Γιάννης Παλαιολόγος

Το 1932, μέσα στη δίνη της τότε οικονομικής ύφεσης, η κυβέρνηση του Ελευθερίου Βενιζέλο αποφασίζει να εγκαταλείψει την πρόσδεση της δραχμής στον κανόνα του χρυσού που είχε οδηγήσει τη χώρα σε οικονομικό αδιέξοδο.  Έπειτα από χρόνια θυσιών και δύσκολων διαπραγματεύσεων, έφτασε η στιγμή που η ελληνική κυβέρνηση αποδέχθηκε το αναπόφευκτο. Με απόφαση του πρωθυπουργού, η χώρα αποχώρησε από το νομισματικό σύστημα των ανεπτυγμένων χωρών του οποίου είχε γίνει μέλος προ ολίγων μόλις ετών, καταβάλλοντας και τότε μεγάλες προσπάθειες.

Το εθνικό νόμισμα υποτιμήθηκε κατά 50% και αυτομάτως το τεράστιο εξωτερικό χρέος της χώρας διπλασιάστηκε, οδηγώντας μέσα σε λίγες μέρες σε στάση πληρωμών.Δεν πρόκειται για δυστοπική προβολή στο εγγύς μέλλον, αλλά για μια σύντομη περιγραφή των γεγονότων του Απριλίου του 1932, όταν η κυβέρνηση του Ελευθέριου Βενιζέλου έθεσε τέλος στη συμμετοχή της Ελλάδας στον κανόνα του χρυσού.

Η σκληρή στάση των πιστωτών, οι ταραχώδεις διεθνείς εξελίξεις που ακολούθησαν κατά τη δεκαετία του ’40 και η κυβερνητική αστάθεια κατά τα πρώτα μετεμφυλιακά χρόνια είχαν ως αποτέλεσμα ο τελικός διακανονισμός επί της χρεοκοπίας του 1932 να επιτευχθεί μόλις το 1964, ένα χρόνο μετά την επιστροφή της χώρας στις κεφαλαιαγορές.Τα κοινά μεταξύ της περιόδου εκείνης και των σημερινών συνθηκών είναι πολλά και ουσιώδη. Πρέπει αυτό να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι τώρα, όπως και τότε, η προσπάθεια προσαρμογής της χώρας είναι μάταια και το Grexit αναπόφευκτο;

Οι εξελίξεις των δύο περιόδων

Ξεκινώντας από τα κοινά, οι διεθνείς οικονομικές εξελίξεις των δύο περιόδων (τηρουμένων των αναλογιών) παραπέμπουν στην ιδέα της Ιστορίας ως ενός κύκλου που επαναλαμβάνεται: τόσο τα χρόνια 1924-1928 όσο και μεταξύ του 2001-08, μια σειρά από ευρωπαϊκές χώρες έγιναν αποδέκτες τεράστιων κεφαλαιακών ροών, από την υπόλοιπη Ευρώπη και τον ευρύτερο κόσμο. Το 2008, όπως και το 1929, μια διεθνής χρηματοπιστωτική κρίση που ξέσπασε στις Ηνωμένες Πολιτείες οδήγησε στην ξαφνική διακοπή (sudden stop) αυτών των ροών, σε έξοδο κεφαλαίων από τις χώρες αυτές και σε καταβύθισή τους σε ύφεση και τραπεζική κρίση (για αναλυτική σύγκριση των δύο περιόδων, βλ. Olivier Accominotti & Barry Eichengreen, «The Mother of all Sudden Stops: Capital Flows and Reversals in Europe, 1919-1932», BEHL Working Paper).

Τότε, όπως και τώρα, η Ελλάδα επιχείρησε να αντιμετωπίσει τα ζητήματα εμπιστοσύνης των αγορών –προς τη χώρα και προς το νόμισμά της– με την ένταξή της σε ένα σταθερό νομισματικό σύστημα, του οποίου τους όρους, ωστόσο, έθεταν οι ισχυροί (τότε ήταν η Βρετανία, σήμερα η Γερμανία). Τότε όπως και τώρα, η διεθνής κρίση προκάλεσε βαθιά ύφεση στην Ελλάδα: η πτώση του πραγματικού ΑΕΠ την περίοδο 1930-32 ήταν 17,5%, ενώ την ίδια περίοδο, η απασχόληση μειώθηκε κατά 17,1%.

Παράλληλα, το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης Βενιζέλου και η νεοσύστατη (μετά κόπων και βασάνων) Τράπεζα της Ελλάδος επιχείρησαν να υπερασπιστούν την ισοτιμία της δραχμής – αρχικά με τη στερλίνα και μετά την αποχώρηση των Βρετανών από τον κανόνα του χρυσού, τον Σεπτέμβριο του 1931, με το αμερικανικό δολάριο. Ηταν η ίδια σφιχτή πολιτική –υπό τη στενή επιτήρηση της Δημοσιονομικής Επιτροπής της Κοινωνίας των Εθνών, της Διεθνούς Οικονομικής Επιτροπής (εν λειτουργία από το 1898) και της Τράπεζας της Αγγλίας– που, παρά τα βάρη της ενσωμάτωσης των προσφύγων της Μικράς Ασίας, είχε επιτρέψει τη θεαματική μείωση των επιτοκίων εξωτερικού δανεισμού της Ελλάδας.

Το κόστος δανεισμού, συγκεκριμένα, είχε πέσει από το 14,3% (το 1923) στο 6,7% όταν εισήλθε στον βρετανικό κανόνα του χρυσού το 1928. Με τους ίδιους (σχετικά) ευνοϊκούς όρους συνέχισε να δανείζεται η χώρα ώς τα τέλη του 1930. Σημειώνεται ότι οι ξένοι πιστωτές το 1927 είχαν επιβάλει στην Αθήνα δημoσιονομικό κανόνα, βάσει του οποίου οι δημόσιες δαπάνες δεν έπρεπε να ξεπεράσουν το 28% του ΑΕΠ το 1929-30 και ο προϋπολογισμός έπρεπε μετά το έτος αυτό να είναι ισοσκελισμένος (βλ. τη μελέτη του νυν αναπληρωτή υπουργού Οικονομικών Γιώργου Χουλιαράκη και της Σοφίας Λαζαρέτου, με τίτλο «Deja Vu? The Greek Crisis Experience, the 2010s versus the 1930s», working paper 176 της Τράπεζας της Ελλάδος).

Τότε όμως –στα τέλη του 1930– φτάνει ο παγερός αέρας της διεθνούς κρίσης και στην Ελλάδα, με τη μορφή μαζικών πτωχεύσεων επιχειρήσεων και τραπεζικού πανικού. Η έξοδος της Βρετανίας από τον κανόνα του χρυσού ήταν το τελικό χτύπημα: οι καταθέτες έσπευσαν να μετατρέψουν τις δραχμές τους σε χρυσό ή συνάλλαγμα. Η θεσμικά αδύναμη (ιδιαίτερα έναντι της Εθνικής) Τράπεζα της Ελλάδος διαχειρίστηκε ανεπαρκώς το σοκ, με ξαφνικές αυξήσεις επιτοκίων τις οποίες ακολούθησαν ανεξήγητες μειώσεις.

Στις αρχές του 1932, ο Βενιζέλος, που απολαμβάνει τη στήριξη της αντιπολίτευσης για την πολιτική διατήρησης της σταθερής ισοτιμίας, μειώνει τους μισθούς των δημοσίων υπαλλήλων κατά 6%. Στη συνέχεια επισκέπτεται τη Ρώμη, το Παρίσι και το Λονδίνο (τις τρεις εναπομείνασες εγγυήτριες δυνάμεις του δανείου του 1898). Εκεί υπόσχεται ότι η Ελλάδα δεν θα προβεί σε μονομερείς ενέργειες. Παράλληλα, όμως, η κυβέρνηση διαμηνύει πως οι αντοχές της οικονομίας έχουν εξαντληθεί και δεν υπάρχει δυνατότητα για περαιτέρω περικοπές ή αυξήσεις φόρων (ο κρατικός προϋπολογισμός ήταν πλεονασματικός τα τρία προηγούμενα χρόνια). Οι Γάλλοι ζητούν νέα μείωση των μισθών του Δημοσίου, κατά 20%.

Δεκαετίες διαπραγματεύσεων

To Grexit και η στάση πληρωμών έρχονται λίγες εβδομάδες αργότερα. Οι διαπραγματεύσεις με τους πιστωτές θα διαρκέσουν δεκαετίες, ωστόσο η οικονομία θα επιστρέψει στην ανάπτυξη το 1933 (το έτος μετά τη χρεοκοπία) και θα ανακτήσει τα προ κρίσης επίπεδα απασχόλησης το 1936.

Η κρίσιμη διαφορά τώρα, φυσικά, είναι το μέγεθος της στήριξης από τους επίσημους πιστωτές, που έχει αμβλύνει σημαντικά τις

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ