Απίστευτο και όμως αληθινό. Φόρο θα πληρώνουν ακόμα και όσοι έχουν μηνιαίο εισόδημα 500 ευρώ το μήνα, ενώ οι συντάξεις κόβονται κατά μέσο όρο πάνω και από 30%.Σύμφωνα με τις νέες εντολές από τους τρελούς βασανιστές της χώρας, το όριο κάτω από το οποίο δε θα φορολογούνται οι εδώ ιθαγενείς είναι κάτω από 6.000 ευρώ. Και την ίδια ώρα, οι συντάξεις κατακρεουργούνται με μέιωσή τους κατά μέσο όρο ακόμα και πάνω απο 30%. Αυτά τα θαυματουργά θα περιλαμβάνει η νέα τρελή συμφωνία αναβάθμισης του Μνημονίου ΙΙΙ που θα  υπογράψει γονατιστή στα τέσσερα η κυβέρνηση της  ΠΦΑ και των Καμμένων, ύστερα από τις σχετικές εντολες των κατοχικών αρχών της χώρας.

Το αργότερο μέχρι τα τέλη Μαΐου οι ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝ.ΕΛ. θα πρέπει να έχουν νομοθετήσει το νέο «πακέτο» των τρελών δημοσιονομικών μέτρων που απαίτησαν οι δανειστές,το οποίο περιλαμβάνει τη μείωση του αφορολόγητου ορίου των μισθωτών, των συνταξιούχων και των κατ’ επάγγελμα αγροτών από τα επίπεδα των 8.636-9.545 ευρώ κοντά στα επίπεδα των περίπου 5.500, καθώς επίσης και την κατάργηση της λεγόμενης «προσωπικής διαφοράς» στις κύριες συντάξεις, που θα έχει ως συνέπεια την περαιτέρω μείωση όλων των συντάξεων έως και πάνω από 30%. Το ακριβές μέγεθος των περικοπών αλλά και το πότε ακριβώς θα εφαρμοστούν οι μειώσεις στις συντάξεις είναι θέματα τα οποία δεν έχουν ακόμη οριστικοποιηθεί.

Το βαθύ ψαλίδι στις συντάξεις ήδη προπαγανδίζεται για να γίνει αποδεκτό μέσα από τα κατοχικά κανάλια της διαπλοκής όπου εμφανίστηκε σήμερα ένα στατιστικό εύρημα όπου αναφέρεται πως το κόστος τω συντάξεων σε σχέση με το ΑΕΠ είναι το υψηλότερο στην Ελλάδα συγκριτικά  με όλη την Ευρώπη. Αν αληθεύει ότι αυτό προέρχεται από στοιχεία της Eurostat, προφανώς θα αφορά παλαιότερες εποχές, όταν πραγματικά υπήρχαν υψηλά κόστη λόγω πρόωρων και χαριστικών συνταξιοδοτήσεων, τα οποία έχουν τώρα πια καταργηθεί. Η μέση καθαρή σύνταξη στην Ελλάδα σήμερα δεν πρέπει να υπεβάινει τα 800 ευρώ και προφανώς δεν έχει καμιά σχέση με τα πολλαπλάσια ποσά συντάξεων που παρέχουν άλλες Ευρωπαϊκές χώρες.

Στο σημείο όπου βρίσκονται αυτή τη στιγμή οι διαπραγματεύσεις για την ολοκλήρωση της 2ης αξιολόγησης, όπως αναφέρουν με την ψυχρή του πέννα οι οικονομικοί συντάκτες, παραμένουν ακόμη υπό συζήτηση οι παρακάτω 3 σημαντικές εκκρεμότητες:

1) Το «πακέτο» των νέων περιοριστικών δημοσιονομικών μέτρων μετά το 2018.

Οι δανειστές ζητούν από την ελληνική πλευρά την εφαρμογή περιοριστικών δημοσιονομικών μέτρων συνολικού ύψους 2% του ΑΕΠ ή 3,6 δισ. ευρώ για την περίοδο 2019-2020. Ειδικότερα, απαιτούν:

α) Μείωση των αφορολόγητων ορίων εισοδήματος των μισθωτών, των συνταξιούχων και των κατ’ επάγγελμα αγροτών, ώστε να προκύψουν πρόσθετα έσοδα συνολικού ύψους 1% του ΑΕΠ ή 1,8 δισ. ευρώ από το 2019. Κατά την άποψή τους, το βασικό αφορολόγητο για τον άγαμο πρέπει να υποχωρήσει κάτω από τις 6.000 ευρώ, ακόμη και στις 5.000 ευρώ, όπως ήδη έχει ζητήσει εδώ και πολλούς μήνες το ΔΝΤ!

β) Περικοπές κατά 7% έως και 40% στις κύριες συντάξεις μέσω μιας εφάπαξ κατάργησης από την 1η-1-2020 των λεγόμενων «προσωπικών διαφορών» (των ποσών που αντιστοιχούν στις διαφορές μεταξύ των καταβαλλόμενων ποσών συντάξεων μέχρι τον Μάιο του 2016 και των μειωμένων ποσών των συντάξεων όπως αυτά προκύπτουν από την αλλαγή του τρόπου υπολογισμού που νομοθετήθηκε με το ν. 4387/2016 τον Μάιο του 2016 για την αναμόρφωση του συνταξιοδοτικού: τα ποσά αυτά παρέμειναν ενσωματωμένα στις παλιές συντάξεις ως «προσωπική διαφορά» για να μη μειωθούν κι αυτές, δηλαδή κατά τα ποσά αυτά μειώθηκαν μόνο οι νέες συντάξεις που χορηγήθηκαν μετά τον Μάιο του 2016).

Η κυβέρνηση προσπαθεί να περιορίσει το ύψος των περιοριστικών δημοσιονομικών μέτρων στο επίπεδο του 1,5-1,9% του ΑΕΠ. Ειδικότερα:

α) Για τη φορολογία, η κυβέρνηση επιδιώκει η μείωση του αφορολογήτου να μην είναι κάτω από τις 6.000 ευρώ ή αν είναι κάτω από το όριο αυτό να συνοδευτεί κι από μια γενναία μείωση του ελάχιστου συντελεστή φορολόγησης, ο οποίος αυτή τη στιγμή ανέρχεται στο 22%.

β) Για τις περικοπές στις συντάξεις, η κυβέρνηση προτείνει να γίνουν σταδιακά από το 2020 έως και το 2023, όχι εφάπαξ το 2020 όπως απαιτούν οι δανειστές.

2) Το ακριβές περιεχόμενο της λίστας των «αντίμετρων»

Πρόκειται για τα αντισταθμιστικά «επεκτατικά» δημοσιονομικά μέτρα (κυρίως φοροελαφρύνσεις) που θα εφαρμοστούν από το 2019 σε περίπτωση επίτευξης πρωτογενούς πλεονάσματος υψηλότερου του 3,5% του ΑΕΠ το 2018.

Οι δανειστές ζητούν το «πακέτο» των μέτρων αυτών να περιλαμβάνει κυρίως σημαντικές μειώσεις στους συντελεστές φορολογίας των κερδών των ανωνύμων εταιριών, των ΕΠΕ και των λοιπών νομικών προσώπων και στους συντελεστές φορολογίας των μεσαίων και των υψηλών εισοδημάτων. Για το θέμα αυτό, το ΔΝΤ ήδη έχει επισήμως διατυπώσει την άποψή του στην πρόσφατη έκθεσή του για την ελληνική οικονομία. Εχει υποστηρίξει συγκεκριμένα ότι ταυτόχρονα με τη μείωση του αφορολογήτου των μισθωτών και των συνταξιούχων θα πρέπει να μειωθούν οι συντελεστές της κλίμακας φορολογίας εισοδήματος των μισθωτών και των συνταξιούχων από τα επίπεδα του 22% έως 45% που βρίσκονται σήμερα στα επίπεδα του 15%-20%!

Η κυβέρνηση από την πλευρά της επιδιώκει να «περάσει» στο «πακέτο» αυτό όσον το δυνατόν περισσότερα μέτρα από τα παρακάτω:

* Μείωση του ΕΝΦΙΑ κατά 35%-40% και συνολικό επανασχεδιασμό του φόρου με επαναφορά του ΦΜΑΠ ώστε η μείωση να στοχεύει στα χαμηλά εισοδήματα.

* Μείωση του συντελεστή ΦΠΑ στο ηλεκτρικό ρεύμα κατά 7 ποσοστιαίες μονάδες, από το 13% στο 6%.

* Μείωση του συντελεστή ΦΠΑ για τις μεταφορές, δημόσιες και ιδιωτικές (τρένα, λεωφορεία, αεροπλάνα, πλοία) κατά 11 ποσοστιαίες μονάδες, από το 24% στο 13%.

* Μείωση του συντελεστή ΦΠΑ των βασικών συσκευασμένων-μεταποιημένων ειδών διατροφής κατά 11 μονάδες, από το 24% στο 13%.

* Επανεξέταση των ασφαλιστικών εισφορών των ελεύθερων επαγγελματιών.

* Σε περίπτωση που εξεταστεί μείωση δαπανών για κοινωνική ασφάλιση, αντίστοιχα αύξηση δαπανών στοχευμένων για την ενίσχυση του κοινωνικού κράτους και της κοινωνικής προστασίας.

3) Οι αλλαγές στο εργασιακό.

Οι δανειστές με «πρωταγωνιστή» το ΔΝΤ ζητούν αύξηση του ορίου των ομαδικών απολύσεων από το 5% στο 10%, επαναφορά του lock out, περιορισμούς στο δικαίωμα της απεργίας, αλλαγές στο συνδικαλιστικό νόμο και μη επαναφορά των συλλογικών διαπραγματεύσεων.

Η κυβέρνηση επιδιώκει επαναφορά του θεσμού των συλλογικών διαπραγματεύσεων και προσπαθεί να αποτρέψει την επιβολή των απαιτήσεων του ΔΝΤ.

Με στοιχεία από ρεπορτάζ του Γιώργου Παλιτσάκη, Ελεύθερος Τύπος