Από τον Νίκο Παπουτσόπουλο.

Στη Ferrovie Dello Stato Italiane ανήκουν πλέον οι Ελληνικοί Σιδηρόδρομοι (ΤΡΑΙΝΟΣΕ), ύστερα από διαπραγματεύσεις και καθυστερήσεις ετών που ήταν επόμενο να απαξιώσουν ακόμη ένα σημαντικό περιουσιακό στοιχείο των Ελλήνων. Ενα πολύτιμο δημόσιο αγαθό, ένα πλήρες συγκοινωνιακό δίκτυο, που υπηρέτησε πιστά τον ελληνικό λαό επί σειρά ετών και κατά τη διάρκεια χαλεπών καιρών, η πολιτική ηγεσία το παραχώρησε σε τιμή ευκαιρίας, στο κλίμα της βίαιης γενικής εκποίησης και της άνευ όρων και περιορισμών εκχώρησης της δημόσιας ή ιδιωτικής περιουσίας.

Η ιταλική εταιρία, που είναι η τρίτη μεγαλύτερη της Ευρώπης, σχεδιάζει να αναπτύξει και να ενισχύσει το ελληνικό σιδηροδρομικό δίκτυο, προκειμένου να δημιουργήσει έναν σημαντικό πάροχο σύγχρονων και τεχνολογικά άρτιων μεταφορικών υπηρεσιών, ιδιαίτερα στην εποχή όπου η ταχύτητα σε συνδυασμό με τη δελεαστική τιμή είναι το πρόκριμα για τη μεταφορά ανθρώπων και αγαθών.

Προηγούμενες πολιτικές αποφάσεις του αδηφάγου κρατισμού είχαν ήδη διακόψει την εξέλιξη του σιδηροδρομικού δικτύου στην Ελλάδα, καθώς είχαν σημειωθεί τραγικές καθυστερήσεις στα έργα εκσυγχρονισμού. Στις εποχές που άλλες χώρες είχαν αναπτύξει σύγχρονες τεχνικές για να διασφαλίζουν υψηλή αντιθορυβική και αντικραδασμική προστασία ώστε να προωθήσουν την αύξηση της πελατείας των δημοσίων συγκοινωνιών και να επιτύχουν τη μείωση της αυτοκίνησης, οι Ελληνες πολιτικοί παρείχαν στους πολίτες όλες τις ευκολίες για την απόκτηση ιδιωτικής χρήσης αυτοκινήτων μεγαλύτερου, ασφαλώς, κυβισμού.

Στο πνεύμα του σοσιαλιστικού πολιτισμού και της προόδου κατεβλήθη, μεταξύ άλλων «τομών», η «προσπάθεια κοινωνικοποίησης των δημοσίων επιχειρήσεων, που αποτέλεσε αυτοσκοπό και βασικό μοχλό για την εξυγίανση και τον εκσυχρονισμό, καθώς κύριο μέσο εκδημοκρατισμού των δημοσίων επιχειρήσεων είναι η κοινωνικοποίηση, όχι μόνο για τη χώρα μας αλλά και για τον διεθνή χώρο. Κοινωνικοποίηση που σχετίζεται με τη γενικότερη φιλοσοφία για τη λειτουργία του σοσιαλισμού και τον έλεγχο της κεντρικής εξουσίας» (Γιάννος Παπαντωνίου, υφυπουργός Εθνικής Οικονομίας, 1988). Με πρωτοφανή αδιαφορία εκ μέρους της Πολιτείας, η οποία εγκατέλειψε με πρωτοφανή ιταμότητα στην ερείπωση κτίρια και υποδομές, το δίκτυο κατέρρευσε, ενώ το τροχαίο υλικό κάλυψαν η σκουριά και η σαπρία. Καταδίκασαν με τον τρόπο αυτόν στον πλήρη αφανισμό και στην εξαθλίωση ένα σύνολο υποδομών ενός αξιοπρεπούς και άνετου μέσου διακίνησης με «κοσμοπολίτικο άρωμα», που καταδείκνυε τον πολιτισμό του ταξιδιού και της μεταφοράς σε προηγούμενες εποχές.

Ο σιδηρόδρομος ήταν το πρώτο και ιδανικό μηχανοκίνητο μέσο των χερσαίων μεταφορών, που στα τέλη του 19ου και στην αυγή του 20ού αιώνα συνέδεσε πολλές πόλεις της ελληνικής επικράτειας, διαμόρφωσε ουσιαστικά τους κανόνες και την αγωγή του ταξιδιού (σύμφωνα με πρότυπα της αλλοδαπής), χάραξε νέους ορίζοντες με τη διάνοιξη ταχέων οδών επικοινωνίας («ταχείες αμαξοστοιχίες»), για την κόσμια και ευπρόσωπη διακίνηση ανθρώπων, ιδεών και αγαθών. Ηταν -και παραμένει στις χώρες που λαμβάνουν τις ανάλογες πρόνοιες και έμπρακτα εκδηλώνουν ευαισθησίες στα μείζονα οικολογικά προβλήματα της εποχής- το τέλειο μέσο για μια άνετη και προσιτή καθημερινή διακίνηση ή για μια μοναδική περιήγηση. Σύμφωνα με την Αγκάθα Κρίστι «τα τρένα είναι υπέροχα, βλέπεις τη φύση, τους ανθρώπους, τις πόλεις, ουσιαστικά βλέπεις την ίδια τη ζωή».

Οι σιδηροδρομικοί σταθμοί, σημείο συνάντησης και αναφοράς, αρχιτεκτονικά μνημεία με ιδιαίτερη αισθητική σημασία, αποτελούσαν κάποτε το κέντρο της εμπορικής, της οικονομικής και της κοινωνικής αναφοράς των πόλεων. Θεωρούσαν, άλλωστε, τον σταθμάρχη παράγοντα της τοπικής κοινωνίας, καθώς μέχρις εκεί, έως τον σταθμό, οι κάτοικοι των μικρών πολιτειών συνήθιζαν να τερματίζουν τους απογευματινούς περιπάτους, όταν οι καιρικές συνθήκες το επέτρεπαν. Εκεί και οι ειδήσεις και τα «νέα από την πρωτεύουσα» που κατέφθαναν με τους εκδρομείς και τους ταξιδιώτες, ενώ το καφενείο του σταθμού έσφυζε από ζωή και κίνηση. Αρκετοί αποφάσιζαν μικρές αποδράσεις ή και διανυκτερεύσεις σε γειτονικές πόλεις και χωριά, με τα τοπικά δίκτυα που εξυπηρετούσαν εσωτερικές διαδρομές (εξαιτίας της εδαφικής ιδιομορφίας της χώρας). Στα καφωδεία, ετερόκλητα πλήθη διασκέδαζαν έως αργά το βράδυ, καθώς ήχοι μουσικής έσβηναν τη συνεχή βοή των συζητήσεων. «Κι όπως βροντάν εντός του οι κρότοι, / πότε σταματημένο και πότε χωρίς φρένο, / με αναφτούς τους φάρους του στα σκότη / άπιαστο, σερπετό και νυχτωμένο» (Γ. Σκαρίμπας).

Σήραγγες και υδατόπυργοι, εργοτάξια, πέτρινες γέφυρες και βοηθητικά κτίρια, αποβάθρες και αποθήκες ήταν ένας θαυμαστός μικρόκοσμος που συνόδευε τεχνουργήματα τα οποία ακολουθούσαν τις διαδρομές και που λειτουργούσαν αρμονικά με το περιβάλλον, την ύπαιθρο και τις μικρές πολιτείες της χώρας, που ανάσαιναν σε ρυθμούς προόδου και ανάπτυξης. Αναμνήσεις του ονειρικού αυτού κόσμου αποτύπωσε σημειωτικά στα έργα του ο Τζιόρτζιο ντε Κίρικο, γιος του Εβαρίστο, που συμμετείχε ενεργά στην κατασκευή του σιδηροδρομικού δικτύου της Θεσσαλίας.

Οι ελληνικοί σιδηρόδρομοι πρωταγωνίστησαν σε κρίσιμες στιγμές της ελληνικής Ιστορίας και είναι αξιομνημόνευτη η προσφορά τους στους δύο μεγάλους πολέμους. Και μετά τα τραγικά γεγονότα της Σμύρνης είχαν θέσει τον σιδηρόδρομο στη διάθεση του Στρατού και του πληθυσμού.

«Στα 1939 το Μεσολόγγι είχε έξι μηχανές. Η “Καλυδώνα” ήταν η μεγαλύτερη, την ανατίναξαν, την πήραν στον Πειραιά και την επισκεύασαν και μετά την πέταξαν στον Ισθμό. Το 1940 κουβαλούσαμε στρατό και πολεμοφόδια μέχρι το Αγρίνιο. Κι από το Αγρίνιο φέρναμε τραυματίες στο λιμάνι. Εκεί, ερχόταν ειδικό καράβι νοσοκομειακό, ο “Εσπερος”, να παραλάβει τους τραυματίες πολέμου. Οι Γερμανοί το βούλιαξαν έξω από το λιμάνι μαζί με όλον τον κόσμο» (διήγηση του Γιάννη Μαραγιάννη, μηχανοδηγού των ΣΒΔΕ). Κάποιοι τόποι καλούν τον ταξιδιώτη να γνωρίσει τα μυστικά τους κάλλη και μνημεία πολιτιστικής κληρονομιάς με τον σιδηρόδρομο, κάποιες άλλες μεγάλες αποστάσεις οι σύγχρονοι συρμοί διανύουν με υψηλές ταχύτητες, ενώ ταυτόχρονα προσφέρουν ένα άνετο περιβάλλον. «Value for money» για τους λάτρεις του ρομαντικού «slow travel», το ασφαλές, εργονομικό, οικολογικό και οικονομικό «τρένο», που λειτουργεί αρμονικά με τον άνθρωπο, τη φύση και το περιβάλλον.

Κάποιοι άλλοι τόποι που κατοικούν και διαχειρίζονται βάρβαροι, χλευάζουν και διαρρηγνύουν πρόθυμα τους κρίκους της Ιστορίας και της παράδοσης επειδή είναι ανίκανοι να εκμεταλλευθούν, να εκσυγχρονίσουν και να αξιοποιήσουν οτιδήποτε συνδέει τη μίζερη και άθλια εποχή με τον πολιτισμό και την Ιστορία του παρελθόντος. Πωλούν ασμένως αντί φθηνών επενδυτικών υποσχέσεων και πινακίων φακής την προγονική παρακαταθήκη.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ