O Γιώργος Αλεξάτος συγγραφέας, ιστορικός , μιλά σε συνέντευξη του για την κρίση, τον φόβο και τη διάρρηξη της κοινωνικής συνοχής, αλλά και την κοινωνική αλληλεγγυή και δικαιοσύνη.

Τα τελευταία χρόνια, από τότε που ξέσπασε στην Ελλάδα η κρίση, βλέπουμε ανθρώπους  κάτω από μεγάλη πίεση, επειδή έχαναν τη δουλειά τους ή το εισόδημά τους μετά τις απανωτές μειώσεις μισθών. Να αγωνίζονται και να αγωνιούν για το πώς θα ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους ή σε πολύ βασικές ανάγκες, πρωταρχικές για την επιβίωσή τους.

Συγχρόνως βλέπουμε τους ίδιους ανθρώπους που μας είχαν οδηγήσει στην κρίση να εμφανίζονται ως σωτήρες, όπως και τους μηχανισμούς κατασκευής ενόχων και ενοχών, εργαλεία πολιτικού φόβου που πλήττουν την κοινωνική συνοχή.

Από την άλλη βλέπουμε τα στοιχεία για τις επιπτώσεις της κρίσης στην ψυχική και σωματική υγεία αλλά και τα ποσοστά αύξησης των αυτοκτονιών, της φτώχειας και της αδυναμίας των ενηλίκων για αξιοπρεπή διαβίωση, όπως και των εγκαταλελειμμένων παιδιών από τις οικογένειες που πλέον δεν είναι σε θέση να τα αναθρέψουν

Το κυρίαρχο και κοινό στοιχείο σε καταστάσεις ανάλογες με αυτή που ζούμε σήμερα στη χώρα μας είναι αυτή η αίσθηση του φόβου.

Δεν είναι μόνο οι ορατές και μετρήσιμες επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης στην κοινωνία –που είναι ούτως ή άλλως οδυνηρές σε πολλούς τομείς, στην ψυχική και σωματική υγεία, στη διατροφή, στη στέγαση, κ.λπ.  Αυτό που κυριαρχεί και διαποτίζει την ελληνική κοινωνία είναι η αίσθηση του φόβου, της αβεβαιότητας και της ανασφάλειας για την επόμενη μέρα.

Ο φόβος και η ανασφάλεια του ενός εκατομμυρίου τουλάχιστον ανθρώπων που έχουν χάσει τη δουλειά τους, η αβεβαιότητα όσων εργάζονται με δραστικά μειωμένες αποδοχές, μην μπορώντας  να καλύψουν τα βασικά τους έξοδα και χωρίς να γνωρίζουν αν θα έχουν δουλειά την επόμενη μέρα.

Σε αυτούς τους προσωπικούς φόβους που έχουμε πλέον όλοι οι εργαζόμενοι, την αγωνία της επιβίωσης και το φόβο απώλειας της εργασίας και της οικονομικής θέσης, προστίθεται και ο φόβος απώλειας της αξιοπρέπειας.

Γιατί η δουλειά μας σχετίζεται με την αξιοπρέπειά μας. Όταν χάνω τη δουλειά μου, πλήττεται και η ταυτότητά μου. Θέλει πολύ μεγάλη δύναμη για να μπορέσω να κρατηθώ. Και πολλές φορές αυτός ο φόβος της οικονομικής και κοινωνικής θέσης, μπορεί να συνδέεται και με το φόβο της κατάρρευσης.

Πολιτικούς φόβους, μάλιστα, που κατασκευάζονται  συστηματικά  τα τελευταία χρόνια, καθώς η άσκηση της πολιτικής δομείται γύρω από την «παραγωγή» φόβων και την «προστασία» από αυτούς.

Για παράδειγμα ο φόβος της χρεωκοπίας, ο φόβος της πείνας, ο φόβος για τους ξένους, ο φόβος για τους εξαρτημένους από ναρκωτικά. Οι πολιτικοί έχουν μεταμορφωθεί σε διαχειριστές φόβων, κατασκευασμένων ή υπαρκτών και ανύπαρκτων.

Γιατί η κοινωνική συνοχή αφορά τη σχέση μεταξύ των ανθρώπων ή μεταξύ των ομάδων σε μια κοινωνία. Είναι η ποιότητα των σχέσεων. Κοινωνική συνοχή σημαίνει, πώς αντιλαμβάνομαι τον άλλον, πώς συνδέομαι με τον άλλον, πώς μοιράζομαι τα βιώματά μου μαζί του.

Όταν υπάρχει ο φόβος και όταν συμβαίνουν μια σειρά από αρνητικά γεγονότα στην κοινωνία, αυτή η συνοχή διαταράσσεται.

Το δίχτυ κοινωνικής προστασίας είναι αυτό που ονομάζουμε κοινωνικό κράτος. Τα επιδόματα όπου μπορεί να στηριχτεί κάποιος σε αυτή τη δύσκολη περίοδο, η εξασφάλιση  στέγης και τροφής, η πρόσβαση στην υγεία, στην εκπαίδευση, στην κοινωνική φροντίδα κ.λπ.

Επίσης μεγάλο πλήγμα δέχτηκαν οι εργαζόμενοι μέσα από τις αλλαγές στις συλλογικές διαπραγματεύσεις.  Στο  όνομα της κρίσης ο καθένας έγινε έρμαιο ατομικών συμβάσεων και συμφωνιών.

Αυτή η κατάσταση, σε συνδυασμό με το θυμό και τον φόβο για τους Άλλους, οδηγεί στη διάρρηξη της κοινωνικής συνοχής. Σε αυτές τις συνθήκες, ωστόσο, εμφανίζονται κάποιοι να επιδιώκουν μια ψεύτικη συνοχή μέσα στην κοινωνία, επινοώντας αποδιοπομπαίους τράγους.

Δεν μπορούμε να πούμε ότι πριν από την κρίση ήταν ισχυρή η κοινωνική συνοχή, αλλά εδώ έχουμε δύο φόβους:

Έναν φόβο που έρχεται απ’ έξω και είναι ο φόβος των αγορών, δηλαδή οι απρόσωπες αλλά και υπαρκτές αγορές, που μπορεί να μας οδηγήσουν σε χρεωκοπία.

Επιπλέον έχουμε έναν συλλογικό φόβο που προέρχεται από την Κατοχή, που είναι η πείνα, και είναι καταγεγραμμένος σε αυτό που λέμε συλλογική μνήμη. Πολλοί άνθρωποι φοβούνται μην τους συμβεί κάτι τέτοιο.

Όταν έχουμε εικόνες από ανθρώπους που ψάχνουν στα σκουπίδια για φαγητό, που κάνουν ουρές στα συσσίτια, που κοιμούνται σε παγκάκια και πεζοδρόμια, ενώ  συγχρόνως πολλαπλασιάζονται τα ενεχυροδανειστήρια, έρχονται στην επιφάνεια εικόνες της Κατοχής. Όπως και στην Κατοχή, σήμερα οι άνθρωποι φοβούνται. Και εκείνοι που τώρα είναι κλεισμένοι και άπραγοι στα σπίτια τους γιατί αισθάνονται ότι δεν υπάρχει διέξοδος, μοιάζουν με τους ανθρώπους που ήταν κλεισμένοι στα σπίτια τους την περίοδο της Κατοχής γιατί φοβόντουσαν μην σκοτωθούν.

Στην Κατοχή, όμως, αυτοί που έβγαιναν από τα σπίτια τους και έμπαιναν στην Αντίσταση, είχαν χαμηλότερα επίπεδα φόβου από εκείνους που κλείνονταν και δεν συμμετείχαν σ’ αυτήν, παρά το γεγονός ότι έβαζαν σε μεγαλύτερο κίνδυνο τη ζωή τους.

Τι τους κρατούσε και τους έδινε δύναμη; Η αλληλεγγύη. Το ότι πολεμούσαν για ένα σκοπό.

Εδώ, σήμερα, βλέπουμε τα τελευταία χρόνια περιορισμό της συλλογικής δράσης και της αλληλεγγύης και αύξηση της αβεβαιότητας και του φόβου. Αυτό μπορεί κυρίως να σχετίζεται με τα απανωτά χτυπήματα που έχουν δεχτεί οι άνθρωποι.

Η διαφορά είναι ότι η πλειοψηφία του ελληνικού λαού έχει βρεθεί στο στόχαστρο, έχει βρεθεί σε μία κατάσταση μόνιμου και αυξανόμενου φόβου, που χρειάζεται να αντιμετωπιστεί από εμάς τους ίδιους, και όχι με λύσεις που θα έρθουν από επάνω.

Κάποιος μπορεί να δει την αλληλεγγύη, την κοινωνική συνοχή, την ενότητα, αυτό το νιάξιμο στις σχέσεις που μπορεί όμως να διαρραγεί, και έχει γίνει από ανθρώπους που σήμερα μπορεί να θεωρούνται παρίες ή σκουπίδια της κοινωνίας, ωστόσο δημιουργούν κάτι όμορφο και αισιόδοξο όταν ενωθούν.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ