Ακριβώς τις ίδιες ευαισθησίες είχε επιδείξει η Γερμανία για τη διακίνηση εγκληματιών πολέμου, εις βάρος των οποίων είχαν εκδοθεί και εκκρεμούσαν εντάλματα σύλληψης

Η υπαγωγή των Ελλήνων ταξιδιωτών σε καθεστώς «ειδικής εποπτείας» αποτελεί ακόμη μία προσβολή για τους πολίτες μιας χώρας, οι πολιτικοί άρχοντες της οποίας συνεχίζουν να σύρουν την αξιοπρέπειά της σε διεθνείς αγορές, να επιδίδονται σε ζητεία και να επαιτούν. Με τη δικαιολογία εισόδου παράτυπων και παράνομων μεταναστών από την Ελλάδα, οι Αρχές ασφαλείας των αεροδρομίων της Γερμανίας ελέγχουν εξονυχιστικά όλους τους επιβάτες των πτήσεων από την Ελλάδα, σύμφωνα με σαφείς εντολές του ομοσπονδιακού υπουργείου Εσωτερικών. Τα νέα μέτρα ασφαλείας για τον έλεγχο της διακίνησης ανθρώπων έχουν υποβιβάσει τους Ελληνες σε πολίτες «δεύτερης κατηγορίας» του χώρου Σένγκεν.

Η Γερμανία καθώς και άλλες χώρες της Εσπερίας έχουν ζητήσει επιστροφή προσφύγων που είχαν ως πύλη εισόδου στην Ευρωπαϊκή Ενωση ελληνικό έδαφος. Στο αίτημα αυτό είχαν αντιδράσει ανθρωπιστικές οργανώσεις στην Ευρώπη, επειδή ήταν εμφανής η αδυναμία εκ μέρους της Ελλάδος να υποδεχτεί το μεγάλο ρεύμα των μεταναστών. Αλλωστε, η Γερμανία διέθετε και διαθέτει την οργανωτική πείρα, τις ανάλογες πολιτισμικές υποδομές και τα κατάλληλα στρατόπεδα ελέγχου και ορθής φιλοξενίας αλλοεθνών, τα οποία είναι πλέον ελεύθερα, ύστερα από τη συμφωνία Τουρκίας – Ευρωπαϊκής Ενωσης. Τα πλαστά έγγραφα που παρουσίασαν κατά την είσοδό τους στη Γερμανία άτομα από την Ελλάδα και οι παλαιού τύπου (μη βιομετρικές) ταυτότητες που χρησιμοποιούν ακόμη οι Ελληνες και είναι εύκολη η πλαστογράφησή τους οδήγησαν τη Γερμανία στη λήψη των αποφάσεων για τον ενδελεχή έλεγχο των Ελλήνων επισκεπτών κατά την είσοδό τους σε γερμανικό έδαφος.

Ακριβώς τις ίδιες ευαισθησίες είχε επιδείξει και τα ίδια αυστηρά μέτρα διακίνησης ανθρώπων είχε λάβει η Γερμανία για τη διακίνηση εγκληματιών πολέμου, εις βάρος των οποίων είχαν εκδοθεί και εκκρεμούσαν εντάλματα σύλληψης. Τα ίδια αισθήματα φιλανθρωπίας και ευσπλαχνίας που είχαν επιδείξει οι νυν «εταίροι» και «σύμμαχοι» της Ελλάδος, που όψιμα ενδιαφέρονται για την εξυγίανση της οικονομίας και την επιστροφή σε δρόμους ανάπτυξης και ευημερίας.

Στις 13 Δεκεμβρίου 1943, στην εποχή της τεχνολογικής ανάπτυξης, της προόδου και του πολιτισμού, εκφραστής και διάδοχος του «Αιώνα των Φώτων», η ναζιστική Γερμανία, με ιταμότητα και πρωτοφανή βαρβαρότητα εκτέλεσε σχεδόν όλους τους άρρενες κατοίκους των Καλαβρύτων, με τη δικαιολογία επιβολής αντιποίνων για την εκτέλεση αιχμαλώτων Γερμανών στρατιωτών. Τη φονική αποστολή είχαν αναλάβει μονάδες της 117ης Μεραρχίας Κυνηγών, που είχε έδρα στην Πελοπόννησο, με επικεφαλής τον «αριστοκράτη» υποστράτηγο Karl von Le Suire (απόγονος του γνωστού Λεσουίρου, ο οποίος συμμετείχε ως συνταγματάρχης της στρατιωτικής δύναμης που συνόδευε τον Οθωνα στην Ελλάδα). Τις γυναίκες και τα παιδιά εγκλώβισαν στο κτίριο του σχολείου, το οποίο πυρπόλησαν.

Σύμφωνα με διηγήσεις και αναφορές, σώθηκαν χάρη στον ανθρωπισμό Αυστριακού στρατιώτη, στον οποίο είχαν αναθέσει την επιτήρηση, και τον οποίο εκτέλεσαν. Το αποτρόπαιο πολεμικό έγκλημα της γερμανικής θηριωδίας συμπλήρωσε η καταστροφή και η λεηλασία σχεδόν όλων των κατοικιών και των κτιρίων των Καλαβρύτων η κλοπή 260.200.000 δραχμών. Η σφαγή των Καλαβρύτων θεωρείται ένα από τα μεγαλύτερα εγκλήματα της Γερμανίας στη διάρκεια του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου.

Λίγα μόλις χρόνια μετά τη λήξη του πολέμου ο Γερμανός εγκληματίας Μαξ Μέρτεν, εις βάρος του οποίου εκκρεμούσε ένταλμα σύλληψης από το 1947, επισκέφτηκε την Ελλάδα, στα 1957, ως γενικός γραμματεύς του υπουργείου Δικαιοσύνης της Δυτικής Γερμανίας. Ο Μέρτεν είχε προσέλθει στο Γραφείο Εγκληματιών Πολέμου στην Αθήνα ως μάρτυς υπεράσπισης του επίσης εγκληματία πολέμου Αρθούρου Μάισνερ. Ακολούθησε η σύλληψη του Μέρτεν και επρόκειτο να δικαστεί λίγο προτού η ελληνική κυβέρνηση φέρει στη Βουλή των Ελλήνων το νομοσχέδιο περί «αναστολής διώξεων» των εγκληματιών πολέμου.

Η κυβέρνηση (1958, Κωνσταντίνου Καραμανλή) είχε αναγκαστεί να υποχωρήσει στις πιέσεις του καγκελαρίου Κόνραντ Αντενάουερ, επειδή ανέμενε την επιτυχή έκβαση της προσπάθειας σύναψης δανείου ύψους 200.000.000 μάρκων και να εξασφαλίσει πιστώσεις από την (τότε) Δυτική Γερμανία για έργα υποδομής. Η Γερμανία, παράλληλα, είχε εκδηλώσει έντονο ενδιαφέρον για τη διείσδυση κεφαλαίου στην Ελλάδα και για την επέκταση της οικονομικής επιρροής της στη Μέση Ανατολή και την Αφρική. Με την παροχή οικονομικών διευκολύνσεων και σύναψης δανείων προσπαθούσε ταυτόχρονα να παύσει η δίωξη των εγκληματιών πολέμου στην Ελλάδα, ώστε Γερμανοί παράγοντες, τους οποίους είχαν κατηγορήσει για εγκλήματα πολέμου και για την κατοχική δράση και στην Ελλάδα, να κυκλοφορούν ελεύθερα. Στις 13 Νοεμβρίου 1958 η ελληνική κυβέρνηση διακήρυξε την απόλυτη εμπιστοσύνη της στη «σημερινή Γερμανία» και υπέγραψε τη «γερμανοελληνική οικονομική συμφωνία», με την υπόσχεση ότι η Ελλάς θα παραδώσει τον Μαξ Μέρτεν στη Γερμανία.

Σε δίνες δανειακών συμβάσεων, μνημονίων συνεννόησης, οικονομικής και χρηματοπιστωτικής πολιτικής καταβυθίζεται η χώρα. Οι συνεχείς αιτήσεις για οικονομική βοήθεια διασύρουν την Ελλάδα διεθνώς και προκαλούν τον σαρκασμό, τη λοιδορία και τη χλεύη. Υποτελείς μιας εφήμερης ευημερίας, οι πολιτικοί άρχοντες ασμένως υποθηκεύουν την πολύτιμη προγονική κληρονομιά, τους ανεκτίμητους θησαυρούς και την περιουσία («ασημικά») του λαού (με τη μάταιη ελπίδα της απόδοσης) για να διασφαλίσουν την κατάκτηση ή την παραμονή τους στην εξουσία.
Δάνειο είχε συνάψει με τη Δημοκρατία της Βενετίας στα 1343 η Αννα της Σαβοΐας, σύζυγος του αυτοκράτορα Ανδρονίκου Γ΄ Παλαιολόγου. Οι Βενετσιάνοι, επειδή γνώριζαν καλά τις συνθήκες της οικονομικής δυσχέρειας, απαίτησαν εγγυήσεις. Η Αννα παραχώρησε τα σπάνια και μοναδικά κοσμήματα του βυζαντινού στέμματος, για να λάβει 30.000 δουκάτα, με τη δέσμευση να εξοφλήσει το δάνειο σε τρία έτη και με επιτόκιο πέντε τοις εκατό. Το δάνειο εξοφλήθηκε μερικώς και με καθυστερήσεις, και το θέμα αποτελούσε μονίμως «μήλον της Εριδος» μεταξύ της Βενετίας και της Κωνσταντινουπόλεως, μεταξύ του χορηγού της πίστωσης και του οφειλέτη, έως την εποχή που οι Οθωμανοί κατέλαβαν την Κωνσταντινούπολη, αλλά τα κοσμήματα του στέμματος παρέμειναν στο θησαυροφυλάκιο του Αγίου Μάρκου στη Βενετία.

Πηγή: «δημοκρατία»

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ