Οι προδότες, οι Ιούδες, οι Εφιάλτες, οι Κουίσλιγκ οι δοσίλογοι, οι ταγματασφαλίτες, οι γερμανοτσολιάδες υπήρχαν και θα υπάρχουν πάντα στην ελληνική κοινωνία όπως και σε όλες τις κοινωνίες.Πρόκειται για ανθρώπους που είναι έτοιμοι να πουλήσουν την ψυχή τους στον όποιον διάβολο κατέχει την εξουσία και να αποκομίσουν τα οφέλη της. Τα Τάγματα Ασφαλείας ή αλλιώς Γερμανοτσολιάδες ή Ταγματασφαλίτες ιδρύθηκαν  από την ελληνική κυβέρνηση μαριονέτα του Ιωάννη Ράλλη κατά τη Γερμανική κατοχή. Ήταν στρατιωτικές ομάδες που δημιουργήθηκαν με σκοπό την υποστήριξη των γερμανικών δυνάμεων κατοχής.

Οι σημερινοί Ταγματασφαλίτες και Γερμανοτσολιάδες που υπηρετούν τον ίδιο Γερμανό κατακτητή δεν φορούν γερμανοτσολιάδηκες στολές ή κουκούλες. Είναι καλοντυμένοι, με χαμόγελο και καθωσπρέπει τρόπους, φρεσκοξυριμένοι και γενικότερα μεταμοντέρνοι.Όμως, όπως και οι προκάτοχοί τους, δεν τολμούν να κυκλοφορήσουν στους δρόμους. Και σκέφτονται πολύ το μέλλον τους.

Τα Τάγματα Ασφαλείας ή αλλιώς Γερμανοτσολιάδες ή Ταγματασφαλίτες, είχαν την υποστήριξη της ακροδεξιάς και των φιλοναζί αλλά και κάποιων κεντρώων πολιτικών, οι οποίοι ανησυχούσαν για την κυριαρχία και τις φιλοδοξίες του ΕΛΑΣ, που εκείνη τη στιγμή ήταν το κύριο σώμα της ελληνικής αντίστασης. Τα μέλη των Ταγμάτων Ασφαλείας περιλάμβαναν πρώην αξιωματικούς του στρατού, επίστρατους στρατιώτες, ακροδεξιούς, κοινωνικά απομονωμένους καθώς και τυχοδιώκτες οι οποίοι πίστευαν οτι ο Άξονας θα κερδίσει τον πόλεμο

 

Αλλά ας κάνουμε μια ιστορική αναδρομή στις εποχές της πρώτης γερμανικής κατοχής της περιόδου 1941-44. Ο κύριος ρόλος των Ταγμάτων Ασφαλείας ήταν η καταπολέμηση του ΕΛΑΣ. Η μέγιστη συνολική δύναμη τους ήταν 22.000 άνδρες, και περιλάμβανε 22 εθελοντικά και 9 ευζωνικά τάγματα, κάτω από τις διαταγές του αντιστράτηγου των ΕΣ ΕΣ Walter Schimana. Παρά το γεγονός ότι το σχέδιο τους ήταν να επεκταθούν σε όλη την κατεχόμενη Ελλάδα, κύριο θέατρο δράσης τους ήταν η ανατολική Στερεά Ελλάδα και η Πελοπόννησος. Το έργο τους ήταν δύσκολο, καθώς εκείνη την εποχή, ο ΕΛΑΣ είχε ήδη αποκτήσει τον έλεγχο του πάνω από το 1/3 της ηπειρωτικής Ελλάδας

Κατά τις πρώτες συγκρούσεις του ελληνικού εμφυλίου πολέμου, τον Δεκέμβριο του 1944, πολλοί από αυτούς είχαν προσληφθεί στη χωροφυλακή να πολεμήσουν στο πλευρό της Βρετανίας και της κυβέρνησης εναντίον των δυνάμεων των ανταρτών του ΕΛΑΣ. Η Αριστερά έχει κατηγορήσει τις κυβερνήσεις αυτής της περιόδου, οτι χρησιμοποίησαν τα Τάγματα Ασφαλείας ενάντια στους κομμουνιστές. Τα μέλη των ταγμάτων έμειναν πιστά στους Γερμανούς, ακόμη και όταν η κατοχή άρχισε να καταρέει. Τελευταία αποστολή τους ήταν να απομακρύνουν τις ομάδες του ΕΛΑΣ από τις κύριες οδούς, προκειμένου να εξασφαλιστεί η ασφαλής έξοδος των γερμανικών στρατευμάτων από την Ελλάδα

Κατά τη διάρκεια του πολέμου, η εξόριστη, φιλό-Συμμαχική κυβέρνηση στην εξορία επέκρινε τα Τάγματα Ασφαλείας για προδοσία. Μετά την απελευθέρωση, οι ομάδες διαλύθηκαν. Πολλά από τα μέλη τους, δικάστηκαν και καταδικάστηκαν για συνεργασία με τους Γερμανούς. Ο δημιουργός τους, Ιωάννης Ράλλης, καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη για προδοσία και πέθανε στη φυλακή το 1946

 

Η αποχώρηση των γερμανών κυρίευσε με φόβο τους γερμανοτσολιάδες

Στις 15 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ του 1944 στην κατεχόμενη από τους Γερμανούς Αθήνα «σκάει» μια είδηση σαν «βόμβα»…Στον Μελιγαλά ο ΕΛΑΣ νίκησε τους Ταγματασφαλίτες της Πελοποννήσου και οι Πελοποννήσιοι έδωσαν μια πρώτη «προκαταβολή» στους δωσίλογους της περιοχής τους.

Οι φήμες, οι οποίες έφταναν στην Αθήνα, ήταν τουλάχιστον ανατριχιαστικές. Οι πολίτες της Πελοποννήσου με τσεκούρια, κόσες και δικράνια ξεπάστρεψαν πολλούς από εκείνους, οι οποίοι λίγες ημέρες πριν ως συνεργάτες των Ναζί σκότωναν και ρήμαζαν στη Λακωνία και τη Μεσσηνία …Ούτε καν με σφαίρες και μαχαίρια …Με τσεκούρια και δικράνια, για να υποφέρουν, όπως στις ταινίες τρόμου.

Μόνον που ο τρόμος εκείνος ήταν πραγματικός και δεν περιοριζόταν στο πανί της κινηματογραφικής αίθουσας …Ένας τρόμος, ο οποίος πλησίαζε από την Πελοπόννησο σαν «βιαστικό» και απειλητικό «σύννεφο», έτοιμο να «ξεσπάσει» την οργή του πάνω στους λόφους της Πρωτεύουσας.

Κάποιοι ανύποπτοι πολίτες πιθανότατα να άρχισαν να πιστεύουν πως οι δωσίλογοι της Αθήνας είχαν αρχίσει να μετράνε τις μέρες τους. Θα ήταν σχεδόν σίγουροι πως η «dolce Vita» τους υπό τη χορηγία της Γκεστάπο τελείωνε γι’ αυτούς και τη θέση της θα έπαιρνε η «addio Vita» υπό τη χορηγία του ελληνικού λαού.

Δεν ήταν περίεργο ένα τέτοιο συμπέρασμα. Ο φόβος, αλλά και ο εκνευρισμός ήταν πλέον ορατός ανάμεσα στους δωσίλογους. Φαινόταν άλλωστε και στην «ένταση» που υπήρχε στις σχέσεις τους με του Ναζί συνεργάτες τους. Οι πρώην εκλεκτοί των Γερμανών είχαν φτάσει σε σημείο να τους μισούν, επειδή τους «εγκατέλειπαν» …Οι Γερμανοί, οι οποίοι σιγά σιγά ετοίμαζαν τα «μπαγκάζια» τους και έδειχναν να μην πολυενδιαφέρονται για το «δράμα» των συνεργατών τους.

…Ένα «δράμα», το οποίο μεγεθύνονταν, αν σκεφτεί κάποιος ότι ακούγονταν πολλά περίεργα πράγματα για τα όσα συνέβαιναν στις τελευταίες στιγμές των ΝΑΖΙ στην Πρωτεύουσα. Όπως, για παράδειγμα, ακουγόταν ότι μαζί με τα έγγραφα, τα οποία εξαφάνιζαν οι Γερμανοί αξιωματικοί, «ξεπάστρευαν» και πολλούς από τους δωσίλογους μεταφραστές τους, για να μην υπάρχουν μάρτυρες κατηγορίας εναντίον τους, σε περίπτωση που θα βρίσκονταν κατηγορούμενοι σε διεθνή δικαστήρια για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας.

Δεν είχαν κανένα πρόβλημα να το κάνουν αυτό. Άλλωστε υποσυνείδητα γνώριζαν πως δεν είχαν καμία ηθική υποχρέωση απέναντι στους πρώην συνεργάτες τους …Δεν ήταν δα και τα καλύτερα παιδιά …Προδότες της πατρίδας τους ήταν …και ως γνωστόν: την προδοσία πολλοί αγάπησαν, αλλά τους προδότες κανείς. Γιατί οι Γερμανοί να αποτελούσαν εξαίρεση; Δεν υπήρχε δηλαδή τίποτε το παράξενο. Τα πράγματα «κυλούσαν» με τον φυσιολογικό τρόπο σε μια μη φυσιολογική κατάσταση.

Η προδοσία είναι «τζόγος». Αν είσαι τυχερός, τα «παίρνεις» όλα και αν ατυχήσεις, τα χάνεις όλα. Μετά το ποντάρισμα δεν υπάρχει χώρος για «κλάματα». Δεν κλαίνε οι τζογαδόροι στα καζίνο. Δεν ψάχνουν να βρουν το «δίκιο» τους, αφού «χάσουν». Το όποιο δίκιο υπάρχει, το βρίσκεις πριν ποντάρεις. Χωρίς τύψεις έφευγαν οι Γερμανοί από την Αθήνα. Να σώσουν τους εαυτούς τους ήθελαν και δεν τους ενδιέφεραν οι άλλοι. Οι δωσίλογοι είχαν «ποντάρει» σε λάθος «νούμερο» και θα αντιμετώπιζαν τις συνέπειες. Ήδη τους «λυπόταν» όσοι στην Αθήνα είχαν μια στοιχειώδη συναίσθηση της πραγματικότητας.

Για όλους αυτούς ήταν σίγουρο πως ο Μελιγαλάς θα ήταν η «πρώτη» κακή είδηση για τους δωσίλογους και ήλπιζαν να μην ήταν η τελευταία. Οι δωσίλογοι θα καλούνταν να αντιμετωπίσουν τις συνέπειες των πράξεών τους. Τα εγκλήματα των τελευταίων ετών θα έβρισκαν επιτέλους της τιμωρία τους. Οι δωσίλογοι είχαν πιαστεί στη φάκα σαν τα «ποντίκια»

…Ή ΜΗΠΩΣ ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΕΤΣΙ; Μήπως οι δωσίλογοι είχαν υπόψη τους κάτι, το οποίο αγνοούσαν όλοι οι υπόλοιποι; Μήπως οι δωσίλογοι «έφτιαξαν» τον Μελιγαλά, για να δημιουργήσουν «δίοδο» διαφυγής; Δεν ήταν και τόσο απλή η περίπτωσή τους. Οι οπλισμένοι κι επικίνδυνοι δωσίλογοι θα αφήνονταν έτσι αμαχητί στην τιμωρία του λαού; Θα αφήνονταν να «συλληφθούν» εν ονόματι του λαού από την κυβέρνηση που θα ερχόταν στην απελευθερωμένη Ελλάδα; Θα αφήνονταν χωρίς αντίσταση να στηθούν στο τοίχο; Θα άφηναν τη λεία τους να την πάρει το κράτος;

Κάπου εδώ καταλαβαίνει ο αναγνώστης ότι τα πράγματα δεν ήταν τόσο απλά. Ο οργανωμένος και οπλισμένος υπόκοσμος του δωσιλογισμού δεν θα τα παρατούσε τόσο εύκολα. Για μια τόσο οργανωμένη, οπλισμένη και αδίστακτη δύναμη δεν ήταν και τόσο εύκολο να δεχθεί να πληρώσει τις συνέπειες της προδοσίας της. Για μια δύναμη, η οποία είχε εμπλακεί σε χιλιάδες εγκλήματα εναντίον του ελληνικού λαού, δεν της ήταν εύκολο να παραδοθεί σ’ αυτόν και να ελπίζει στο έλεός του. Για μια δύναμη, η οποία μπαινόβγαινε στα κολαστήρια της οδού Μέρλιν ως βασανιστής, δεν της ήταν εύκολο ν’ αλλάξει ρόλο και να μπει εκεί μέσα ως βασανιζόμενος. Ήταν δεδομένο ότι θα έδινε τον αγώνα της επιβίωσης, αλλά κανένας δεν γνώριζε ποιο θα ήταν το σχέδιο αυτού του αγώνα.

Αυτό λοιπόν το σχέδιο θ’ αναζητήσουμε. Σε αυτό το σχέδιο διαφυγής εντάσσεται το «μυστήριο» του Μελιγαλά. Οι ανάγκες κάλυψης των «ιχνών» τους μετέτρεψαν τον Μελιγαλά στο μεγάλο «ταμπού» της νεότερης πολιτικής μας ιστορίας.

Θα πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά, γιατί αυτά μάλλον δεν ήταν τόσο απλά όσο νομίζουμε. Θα ξεκινήσουμε από τα πλέον βασικά, τα οποία θεωρούμε πως είναι παντελώς άγνωστα στον μέσο αναγνώστη. Θα ξεκινήσουμε λοιπόν με το πιο απλό ερώτημα. Ποιοι ήταν οι δωσίλογοι; Ποιοι ήταν αυτοί, οι οποίοι συνέθεταν τον κύριο όγκο τους; Ήταν τυχαίοι άνθρωποι, που με τυχαία κριτήρια μαζεύτηκαν και προσέφεραν τις «υπηρεσίες» τους στους ΝΑΖΙ; Έχει αναρωτηθεί ποτέ ο αναγνώστης ποια ήταν η σύνθεση αυτού του υποκόσμου της Κατοχής; Πώς τους βρήκαν οι Ναζί; Γιατί τους εμπιστεύτηκαν; Πώς τους έλεγξαν για τις προθέσεις τους; Έβγαλαν αγγελίες οι ΝΑΖΙ, αναζητώντας ενδιαφερόμενους για συνεργασία;

…Όχι βέβαια. Οι Ναζί ήθελαν Έλληνες συνεργάτες έμπειρους στον χειρισμό του κρατικού μηχανισμού και σχετικούς μεταξύ τους. Τι να τους κάνουν τους άσχετους, οι οποίοι απλά ήταν πρόθυμοι; Αυτοί ήθελαν να υπάρχει μια σχετική ιεραρχία μεταξύ των συνεργατών τους, ώστε να μπορούν να λειτουργήσουν με τον επιθυμητό τρόπο. Οι δωσίλογοι, δηλαδή, για να μπορέσουν να λειτουργήσουν οργανωμένα, θα έπρεπε εκ των δεδομένων ν’ ανήκουν σε μια ομοιογενή πολιτική ομάδα …Να είναι ιδεολογικά «συγγενείς» μεταξύ τους …Να είναι μια πολιτική ομάδα με «συμπάθεια» στο γερμανικό «όραμα».

Όπως για παράδειγμα οι Άγγλοι συνεργάζονταν με τους βασιλόφρονες, οι οποίοι ήταν στο σύνολό τους αγγλόφιλοι, έτσι και οι Γερμανοί θ’ αναζητούσαν τους αντίστοιχους γερμανόφιλους, για να συνεργαστούν μαζί τους …Ή τουλάχιστον όσοι ήταν διατεθειμένοι να δηλώσουν γερμανόφιλοι. Αυτοί λοιπόν, οι οποίοι το έκαναν, ήταν οι βενιζελικοί …Οι μόνιμοι ανταγωνιστές των βασιλικών της Δεξιάς …Αυτοί, οι οποίοι θα συνεργάζονταν με τον οποιονδήποτε, προκειμένου να επιβληθούν του ανταγωνισμού. Αυτοί οι βενιζελικοί ήταν, οι οποίοι συνεργάστηκαν στο συλλογικό επίπεδο με τους ΝΑΖΙ. Οι Γερμανοί ήταν σίγουροι για την «αξιοπιστία» τους, γιατί τους είχαν ήδη δώσει δείγματα «γραφής». Γνώριζαν, για παράδειγμα, ότι ο «δημοκράτης» και φανατικός βενιζελικός Πλαστήρας ήταν «μαζί» τους πολύ πριν αυτοί φτάσουν στην Αθήνα. Γνώριζαν τις θέσεις του, οι οποίες ήταν οι θέσεις και των περισσότερων βενιζελικών ομοϊδεατών του.

Τα πράγματα δηλαδή στην κατεχόμενη Αθήνα δεν ήταν και τόσο χαώδη, όπως θα νόμιζε κάποιος. Από το «διπολικό» πολιτικό σύστημα της προπολεμικής και μονίμως διχασμένης Ελλάδας οι βενιζελικοί ήταν αυτοί, οι οποίοι έκαναν τη ναζιστική επιλογή. Οι βασιλόφρονες της χώρας απλά απείχαν. Ο «θρόνος» ήταν αγγλόφιλος και ως τέτοιος είχε ταυτιστεί με τους συμμάχους. Οι Γερμανοί συνεργάστηκαν με τους μόνους που μπορούσαν …και ήταν οι βενιζελικοί. Ο Λαμπράκης, ο Πάγκαλος, ο Ράλλης, ο Γονατάς, ο Παπανδρέου, ο Πικραμένος, ο Μερκούρης, ο Αγγελόπουλος και άλλοι τέτοιοι διάσημοι γονείς των διάσημων «προοδευτικών» της Μεταπολίτευσης, ήταν όλοι τους δωσίλογοι.

Το οπλισμένο «χέρι» των δωσίλογων αυτών ήταν τα Τάγματα Ασφαλείας. Σε μια κατακτημένη χώρα οι «συνεργάτες» πάντα είναι οπλισμένοι και αυτό συνέβαινε και στην Ελλάδα. Οι Γερμανοί προστατεύονταν από τον γερμανικό στρατό και οι δωσίλογοι από τα Τάγματα Ασφαλείας …Οπλισμένες δυνάμεις, οι οποίες προστάτευαν τους δωσίλογους και τιμωρούσαν με θάνατο όποιον απειλούσε τα κεκτημένα τους …Αυθαίρετοι δικαστές και σκληροί δήμιοι των Ελλήνων … Απάνθρωπα κτήνη, τα οποία πολλές φορές έδειξαν μεγαλύτερη σκληρότητα και από τις δυνάμεις Κατοχής …Ένοπλες δυνάμεις Ελλήνων προδοτών, που συνέθεταν στρατιωτικού τύπου τμήματα της Βέρμαχτ …Τάγματα, τα οποία λογαριάζονταν ως τμήματα του γερμανικού στρατού …Τάγματα, των οποίων τα έξοδα συμπεριλαμβάνονταν στους προϋπολογισμούς του γερμανικού στρατού …Τάγματα, των οποίων οι απώλειες καταμετρώνταν ως απώλειες του γερμανικού στρατού. Γενικός Διοικητής των Ταγμάτων αυτών ήταν ο Γερμανός Schimana.

Αυτά τα Τάγματα, τα οποία επέτρεπαν στους Γερμανούς να ελέγχουν την Ελλάδα με το ελάχιστο δυνατό στρατιωτικό δυναμικό, τα είχαν «εμπνευστεί» οι βενιζελικοί στρατηγοί Γονατάς και Πάγκαλος και τα είχαν στελεχώσει με «ομοϊδεάτες» τους. Δεν ήταν καν μυστική η βενιζελική τους «καταγωγή», εφόσον δεν αποτελούσαν καινούργια επινόηση ούτε καν ως όνομα. Τα «Τάγματα Ασφαλείας» των δωσίλογων ήταν απομίμηση και «συνέχεια» των προπολεμικών βενιζελικών «Δημοκρατικών Ταγμάτων Ασφαλείας» τού «οραματιστή» Γύπαρη …Του βίαιου «πατέρα» των Ταγματασφαλιτών, ο οποίος είχε δολοφονήσει εν ψυχρώ τον Ίωνα Δραγούμη. Εκ των δεδομένων λοιπόν οι Ταγματασφαλίτες ταυτίζονταν με τον βενιζελισμό.

Στο επίπεδο των αξιωματικών και για να εξασφαλιστεί η «πίστη» τους στο δωσιλογικό καθεστώς η στελέχωσή των Ταγμάτων Ασφαλείας έγινε καθαρά από βενιζελικούς …Βενιζελικούς αξιωματικούς, τους οποίους γνώριζαν οι δωσίλογοι στρατηγοί και τους οποίους είχε αποστρατεύσει η τελευταία κυβέρνηση της ελεύθερης Ελλάδας. Ο Ιωάννης Πλυτζανόπουλος, ο οποίος διετέλεσε διοικητής των Ταγμάτων Ασφαλείας, ήταν φανατικός βενιζελικός …Έμπιστος άνθρωπος του βενιζελικού Σοφούλη.

Υπό τις διαταγές αυτών των βενιζελικών βρέθηκε ό,τι χειρότερο είχε η ελληνική κοινωνία …Όλος ο «πάτος» της …Το απόλυτο «κατακάθι» της. Άνοιξε ο κοινωνικός «βόθρος» και στελεχώθηκαν τα Τάγματα …Καταδικασμένοι εγκληματίες, μαυραγορίτες, αλητάμπουρες της νύχτας, μαχαιροβγάλτες, λαθρέμποροι, κομπλεξικοί βασανιστές του προηγούμενου φασιστικού καθεστώτος …ό,τι μπορεί να φανταστεί κάποιος. Τα εγκλήματά όλων αυτών ήταν τεράστια. Ακόμα και σήμερα —και μετά από τόνους προπαγάνδας, που τους παρουσίαζαν σαν αντισταλινικούς «προστάτες» της δημοκρατίας— αποτελεί ύβρη το ν’ αποκαλέσεις κάποιον Ταγματασφαλίτη ή Γερμανοτσολιά.

Δικαίως αξιομίσητοι, εφόσον κανένα «κύμα» προπαγάνδας δεν μπόρεσε έστω και στο ελάχιστο να «εξωραΐσει» την εικόνα τους …Ήταν προδότες της πατρίδας και αυτό είχε γίνει κατανοητό από όλους …Ήταν προδότες του ελληνικού λαού …Ήταν προδότες του ίδιου του ελληνικού πολιτισμού …Δυσφημιστές του ελληνικού πολιτισμού στο σύνολο της Οικουμένης. Τις εικόνες τους χρησιμοποιούσαν οι Ναζιστές σε ολόκληρη την Ευρώπη, για ν’ «αποδείξουν» το πόσο πολύ οι Έλληνες «μοιράζονται» με αυτούς το «όραμά» τους. Ειδικά αυτοί το «μοιράζονταν» τόσο πολύ, που τις περισσότερες φορές —που συνεργάζονταν εις βάρος του ελληνικού λαού ήταν πολύ σκληρότεροι από τους ίδιους τους κατακτητές.

Για όλους αυτούς τους λόγους οι Ταγματασφαλίτες ήταν η πιο μεγάλη ντροπή του ελληνισμού σε μια ιστορία χιλιάδων χρόνων. Καταπάτησαν ό,τι ο λαός μας θεωρούσε ιερό και όσιο. Δεν υπάρχει έγκλημα εις βάρος του ελληνικού λαού, που να μην το δοκίμασαν, προκειμένου να ευχαριστήσουν τους «αφέντες» τους. Αυτό δεν το λέμε εμείς, επειδή δεν τους συμπαθούμε, αυτό το «λένε» οι ίδιοι με τον όρκο τους …Τον όρκο υποταγής και πίστης στο μεγάλο «αφεντικό» τους.

ΟΡΚΟΣ ΤΩΝ ΤΑΓΜΑΤΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ – ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 30/4/1944

«ΟΡΚΙΖΟΜΑΙ εις τον Θεόν τον Άγιον τούτον όρκον ότι θα υπακούω απολύτως εις τας διαταγάς του ανώτατου αρχηγού του Γερμανικού Στρατού Αδόλφου Χίτλερ. Ανατεθησόμενός μοι υπηρεσίας και θα υπακούω άνευ όρων εις διαταγάς των ανωτέρων μου. Γνωρίζω καλώς δια μίαν αντίρρησιν εναντίον των υποχρεώσεων μου, τας οποίας δια του παρόντος αναλαμβάνω, θέλω τιμωρηθή παρά των Γερμανικών Στρατιωτικών Αρχών.»

Αυτόν τον όρκο έδιναν κάποιοι Έλληνες και γι’ αυτόν τον όρκο πήραν τον έπαινο του ίδιου του Χίτλερ. Οι Γερμανοί αναγκάζονταν να εγκαταλείψουν την Ελλάδα και ο Χίτλερ ακόμα ευγνωμονούσε τους Ταγματασφαλίτες. Το Ράιχ κατέρρεε και ο Χίτλερ δεν «λησμονούσε» τους ομοϊδεάτες και χαφιέδες του στην Ελλάδα.

Αυτοί οι Ταγματασφαλίτες ήταν που είχαν το θράσος να παρουσιάζονται σαν προστάτες της Δημοκρατίας. Αυτοί λοιπόν οι δωσίλογοι ταγματασφαλίτες, που ρήμαξαν τον κόσμο στην Κατοχή, «έβλεπαν» τα «αφεντικά» τους να «πακετάρουν» και όπως ήταν φυσικό αγωνιούσαν για την επόμενη «ημέρα». Είχαν υπόψη τους κάποια σχέδια επιβίωσης, αλλά όλα αυτά ήταν στον «αέρα». Ο φόβος τους ήταν να μην «εγκλωβιστούν» …Να μην «εγκλωβιστούν» ανάμεσα σε έναν λαό, που «πανηγύριζε» την απελευθέρωσή του και στους Άγγλους, οι οποίοι θα ήθελαν να τον ικανοποιήσουν με τιμωρίες προδοτών, προκειμένου να κάνουν πιο εύκολη την παλινόρθωση του «θρόνου» …Να μην εγκλωβιστούν ανάμεσα στους βασιλικούς, οι οποίοι τους μισούσαν και θα έκαναν «δώρα» στον λαό, προκειμένου ν’ ανακτήσουν την εύνοιά του.

Αυτή η πιθανότητα τους τρόμαζε. Τους απειλούσε η συμπεριφορά των Άγγλων απέναντι στους Έλληνες. Και μόνον η ιδέα ότι οι Άγγλοι θα μπορούσαν —για να «φρεσκάρουν» την καλή τους σχέση με τους Έλληνες— να τους εκτελέσουν όλους μαζί, αρκούσε για να τρομοκρατηθούν.  Αυτή η τεράστια δύναμη των Άγγλων τούς έκανε να αισθάνονται «εγκλωβισμένοι» …Πραγματικά «εγκλωβισμένοι», γιατί τα «αφεντικά» τους είχαν χάσει «παντού» …και όχι μόνον στην Ελλάδα. Ο πονηρός Λαμπράκης ήταν από τους πρώτους, που ένιωσε τι σημαίνει «εγκλωβισμός». Πήγε να την «κοπανήσει» λίγους μήνες πριν την απελευθέρωση, αλλά συνελήφθη από τους νικητές Εγγλέζους και περίμενε την τιμωρία του σε ένα αντίσκηνο κάπου στη Συρία.

Ένα «χαρτί» είχαν μόνον να «παίξουν» …Το «χαρτί» του Εμφυλίου. Έπρεπε πάση θυσία να χαλάσουν τις «σχέσεις» μεταξύ των Άγγλων και του ελληνικού λαού. Έπρεπε να σκορπίσουν στους Άγγλους την αμφιβολία για τους Έλληνες και να γεννήσουν το μίσος των Ελλήνων για τους Άγγλους. Να κάνουν τους Άγγλους να νιώσουν απειλή από τους Έλληνες και να τους παρασύρουν σε μια τόσο βίαιη και άδικη αντίδραση, που να προκαλούσε το μίσος και την αντίδραση των Ελλήνων. Δεν υπήρχε άλλη περίπτωση να φύγουν οι Γερμανοί από την Ελλάδα και αυτοί να τη γλιτώσουν. Μόνον αν οι Έλληνες παγιδεύονταν σε έναν Εμφύλιο θα μπορούσαν αυτοί να φιλοδοξούν ότι θα γλιτώσουν, «ποντάροντας» και πάλι στον νικητή.

Ο βασικός τους και ίσως ο μόνος στόχος ήταν να επιτύχουν τον Εμφύλιο και άρα τον αλληλοσπαραγμό. Άρα; Άρα, το πρώτο πράγμα, το οποίο έπρεπε να κάνουν, ήταν να «προλάβουν» την απελευθέρωση πριν τους προλάβει αυτή  …Να προλάβουν να εκμεταλλευτούν τα μέσα, που είχαν στη διάθεσή τους …Να προλάβουν να εκμεταλλευτούν τα όπλα που είχαν, προκειμένου να δημιουργήσουν τις συνθήκες εκείνες, οι οποίες αργότερα θα τους ήταν χρήσιμες …Να προκαλέσουν προβοκάτσιες, ώστε στη συνέχεια να τις «φορτώσουν» εκεί όπου θα βόλευε την πολιτική τους.

Το όριό τους ήταν η «απελευθέρωση». Είχαν δηλαδή μπροστά τους συγκεκριμένο χρονικό ορίζοντα. Αν δεν προλάβαιναν να δημιουργήσουν συνθήκες Εμφυλίου, ήταν «τελειωμένοι». Αν δεν προλάβαιναν να δημιουργήσουν τα δεδομένα που τους ευνοούσαν, θα έπρεπε να παραδοθούν στις ελληνικές αρχές. Όσοι από αυτούς δεν θα διακοσμούσαν τοίχους «εκτελέσεων», θα γίνονταν επιδαπέδια «ταπετσαρία» από κάποιο γείτονα, του οποίου το παιδί σκότωσαν ή βασάνισαν. Τα χρονικά περιθώρια ήταν εφιαλτικά «στενά». Τελείωνε το καλοκαίρι του ’44 και οι Γερμανοί —όπως αποδείχθηκε— είχαν-δεν είχαν έναν μήνα ακόμα παραμονής στην Ελλάδα. Έφυγαν στις 12 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ του ’44. Άρα οι δωσίλογοι ό,τι και να έκαναν, έπρεπε να το κάνουν γρήγορα.

Όταν λοιπόν στις 15 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ του ’44 έφτασε η άσχημη φήμη για τον Μελιγαλά, αυτή δεν ήταν και τόσο τραγική για κάποιους. Δεν ήταν και τόσο «κεραυνός εν αιθρία» όσο φαινομενικά έδειχνε. Αναμενόμενη ήταν και είναι βέβαιο πως κάποιοι δωσίλογοι ανακουφίστηκαν, ακούγοντάς την. Γιατί; Γιατί αυτό σήμαινε ότι το σχέδιο διάσωσής τους είχε ήδη τεθεί σε εφαρμογή. Από τη στιγμή που το αίμα έρεε παραμονές της «εξόδου» των Γερμανών, υπήρχαν ελπίδες γι’ αυτούς να εκμεταλλευτούν την κατάσταση. Οι Γερμανοί προστάτες τους βρίσκονταν ακόμα στην Αθήνα και άρα δεν κινδύνευαν και επιπλέον τους απέμενε χρόνος να διαχειριστούν το συμβάν του Μελιγαλά κατά το δοκούν.

…Μάλλον θα τη «γλίτωναν» …Μάλλον στη θέση τους θα θυσιάζονταν οι απλοί Έλληνες. Το απειλητικό «σύννεφο» ερχόταν στην Αθήνα, αλλά θα ξεσπούσε την «οργή» του ανεξέλεγκτα πάνω στον λαό και όχι στους καλά προετοιμασμένους δωσίλογους …Στους δωσίλογους, οι οποίοι περίμεναν την «κακοκαιρία», για να γλιτώσουν μέσα στο κακό και την «αντάρα». Τα «παιδιά» των Γερμανών θα έβρισκαν την ευκαιρία να υπηρετήσουν τους νέους αφεντάδες του κόσμου. Κάποιοι ιμπεριαλιστές «έφευγαν» και κάποιοι άλλοι «έρχονταν». Οι Γερμανοί έφευγαν και οι επόμενοι βρίσκονταν ήδη έξω από την «πόρτα» …Όμως, οι Ταγματασφαλίτες μονίμως πιστοί στον ρόλο του υπηρέτη των ιμπεριαλιστών και του προδότη των Ελλήνων.

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ