Τα πρόσφατα θλιβερά γεγονότα που αφορούν φυσικές και υλικές καταστροφές, αλλά πρωτίστως και κυρίως απώλειες συνανθρώπων μας, που διαδραματίστηκαν στη Δυτική Αττική με επίκεντρο τη Μάνδρα αλλά και τη Νέα Πέραμο, φέρνουν στο επίκεντρο το κρίσιμο ζήτημα όχι μόνο της προστασίας του περιβάλλοντος, αλλά και του τρόπου που η κοινωνία και το κράτος λειτουργούν, (δυστυχώς διαχρονικώς) σε ζητήματα τα οποία προσβάλλουν το σύγχρονο πολιτισμό. Δεν καταλείπεται δε καμία αμφιβολία ότι ο πολιτισμός της κοινωνίας αλλά και της πολιτείας στα επίμαχα ζητήματα εκφράζεται επί του εδάφους.

Η υστεροβουλία πολλών πολιτών, η ανοχή του κράτους (σε όλα τα επίπεδα της Διοίκησης), ο λαϊκισμός, η προχειρότητα και ας επιτραπεί ο όρος «η παρακμή ενός συστήματος», συνιστούν το διαρκές έγκλημα ώστε να παραβιάζονται έννομα αγαθά ύψιστης σημασίας. Εάν δε οι πολίτες «εκμεταλλεύονται τη βουλιμία εξουσίας του πολιτικού προσωπικού» σε επίπεδο τοπικό, περιφερειακό, ή κεντρικό, εν τούτοις αυτή η «εκμετάλλευση» δεν νομιμοποιεί τα όργανα της Πολιτείας και της Δημόσιας Διοίκησης να προσχωρούν σε τέτοιες αντιλήψεις.

Η μεταπολιτευτική έννομη τάξη

Η μεταπολιτευτική έννομη τάξη στο επίπεδο των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων με το άρθρο 24 του Συντάγματος, θέσπισε αυστηρό κανόνα δικαίου με βάση τον οποίο η προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος αποτελεί υποχρέωση του κράτους αλλά και δικαίωμα του καθενός. Για τη διαφύλαξή του δε το κράτος έχει υποχρέωση να λαμβάνει ιδιαίτερα προληπτικά, αλλά ακόμη και κατασταλτικά μέτρα στο πλαίσιο της «αρχής της αειφορίας».

Επίσης, ο συντακτικός νομοθέτης επιβάλλει ώστε η χωροταξική αναδιάρθρωση της χώρας, η διαμόρφωση, η ανάπτυξη, η πολεοδόμηση και η επέκταση των πόλεων και των οικιστικών (γενικώς) περιοχών, να υπάγεται στη ρυθμιστική αρμοδιότητα και στον έλεγχο του κράτους, με σκοπό να εξυπηρετείται η λειτουργικότητα και η ανάπτυξη των οικισμών προκειμένου να εξασφαλίζονται οι καλύτεροι δυνατοί όροι διαβίωσης.

Η τήρηση του Συντάγματος στη συγκεκριμένη περίπτωση αποδεικνύεται από τα πράγματα ότι είναι κενή περιεχομένου σε πολλές περιπτώσεις, όπως εκείνη που δοκιμάζει στις ημέρες μας. Αναφέρομαι στην περιοχή της δυτικής Αττικής.

Πέραν των προαναφερόμενων κανόνων και στο επίπεδο της ενωσιακής έννομης τάξης έχουν θεσπισθεί ιδιαίτερες πρόνοιες για την προστασία του περιβάλλοντος, οι οποίες αποβλέπουν σε υψηλό επίπεδο προστασίας (βλ. ενδεικτικώς άρθρα 11, 114 παρ. 3, αλλά και 191 έως 193 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης -ΣΛΕΕ). Ωστόσο, το νομικό καθεστώς που διέπει την Ευρωπαϊκή Ένωση θα αποτελέσει αντικείμενο άλλης ανάλυσης –και όχι του παρόντος κειμένου.

Η αμιγώς εσωτερική έννομη τάξη

Η εσωτερική έννομη τάξη όπως προαναφέρθηκε, δια του συντακτικού νομοθέτη, θέσπισε ατομικό δικαίωμα στον καθένα αναφορικώς με την προστασία του περιβάλλοντος, δίδοντας έτσι ευρύτητα στο ζήτημα του εννόμου συμφέροντος για προσφυγή σε αίτημα δικαστικής προστασίας. Ασφαλώς το δικαίωμα αυτό δεν αφορά actio popularis. Όμως ιδρύεται παραλλήλως με το δικαίωμα και η υποχρέωση στον πολίτη να υπερασπίζεται το έννομο αυτό αγαθό.

Σε κάθε περίπτωση οι συνταγματικές πρόνοιες που αφορούν στο περιβάλλον συνιστούν σύνθετα συνταγματικά δικαιώματα, που στην επιστήμη του συνταγματικού δικαίου αναφέρονται πλέον ως «τρίτης γενιάς δικαιώματα». Τα δικαιώματα δε αυτά δεν διαθέτουν μόνο τις προϋποθέσεις αμυντικού χαρακτήρα, αλλά ιδρύονται δικαιώματα και παροχικού χαρακτήρα, δυνάμενα να συσχετιστούν ευθέως και με άλλες αυστηρές διατάξεις, ιδιαιτέρως του σκληρού πυρήνα της συνταγματικής τάξης με αναφορά στα άρθρα 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1. του Συντάγματος. Έτσι το δικαίωμα για την προστασία του περιβάλλοντος συνδέεται με τους κανόνες εκείνους που απαιτούν το σεβασμό και την προστασία της αξίας του ανθρώπου ως πρωταρχική υποχρέωση της πολιτείας, ενώ απονέμουν ταυτοχρόνως στον καθένα το δικαίωμα της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητάς του, ώστε να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της χώρας, υπό την προϋπόθεση όμως ότι δεν προσβάλει τα δικαιώματα άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα και τα χρηστά ήθη.

Ο ρόλος του Συμβουλίου της Επικρατείας

Το Συμβούλιο της Επικρατείας με σειρά ιστορικών αποφάσεών του προστατεύει ιδιαιτέρως το περιβάλλον. Ενταύθα προτάσσεται η ιστορική απόφαση 2006/1981, όπου το Συμβούλιο της Επικρατείας προέβη σε άμεση εφαρμογή του Συντάγματος, μη αναμένοντας εκτελεστικό νόμο. Ειδικότερα ως προς το Συμβούλιο της Επικρατείας υπ’ όψιν επιγραμματικώς τα εξής:

  • Σε ζητήματα που αφορούν ρύπανση ή υποβάθμιση του περιβάλλοντος έχει κριθεί ότι η Διοίκηση δεν έχει διακριτική ευχέρεια να επιβάλει ή όχι κυρώσεις στους παραβάτες, αλλά αντιθέτως έχει δεσμία αρμοδιότητα-υποχρέωση να επιβάλει κυρώσεις. Ιδιαιτέρως δε για περιπτώσεις που αφορούν υγροβιότοπους το καθήκον αυτό είναι αυξημένο.

  • Σε ζητήματα που αφορούν έγκριση περιβαλλοντικών όρων κατασκευής και λειτουργίας έργου, έχει κριθεί ότι η έγκριση των περιβαλλοντικών όρων ακυρώνεται εφόσον ανακύπτουν ουσιώδη ζητήματα τα οποία δεν αποτέλεσαν αντικείμενο έρευνας από τη συνταγείσα μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων.

  • Σε ζητήματα που αφορούν ανέγερση οικονομικών μονάδων εφόσον υφίσταται «ρέμα» που δεν έχει πλήρη οριοθέτηση, έχει κριθεί ότι η ανέγερση της μονάδας δεν επιτρέπεται, καθόσον τα ρέματα τυγχάνουν ιδιαίτερης προστασίας. Η ένταξη δε των ρεμάτων σε πολεοδομική ρύθμιση είναι επιτρεπτή μόνο εάν επιβάλλεται από επιτακτικές ανάγκες ευρύτερου σχεδιασμού, ύστερα όμως από καθορισμό της οριογραμμής τους και αφού σταθμιστούν οι επιπτώσεις της ένταξής τους στο ευρύτερο περιβάλλον.

  • Σε ζητήματα όπου οποιοσδήποτε «χώρος» καταλαμβάνει ρέμα, έχει κριθεί ότι αποκλείεται να χαρακτηριστεί οικοδομήσιμος. Τα ρέματα χρησιμεύουν για την απορροή των υδάτων. (Λόγω του προσφάτου ζητήματος που αφορά στο ρέμα της Μάνδρας βλ. αντί πολλών Συμβούλιο της Επικρατείας 287/2003, 5930/1996).

  • Σε ζητήματα που αφορούν τη χωροταξική αναδιάρθρωση και την πολεοδομική ανάπτυξη των πόλεων με σκοπό την εξασφάλιση καλύτερων δυνατών όρων διαβίωσης, έχει κριθεί ότι αφορούν ιδιαίτερης αξία έννομα αγαθά (βλ. Συμβούλιο της Επικρατείας σε Ολομέλεια 1528/2003).

Υπ’ όψιν και τα εξής:

Ο σύγχρονος πολιτισμός, σε διεθνές μάλιστα επίπεδο, χαρακτηρίζεται (ενίοτε επιτακτικά και ενίοτε δειλά) από την επιδίωξη της προστασίας του περιβάλλοντος, ειδικότερα στο επίπεδο αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής. Στο επίπεδο αυτό γίνεται αναφορά στη «Σύνοδο του Παρισιού για το κλίμα», που θα αντικαταστήσει το «Πρωτόκολλο του Κιότο».

Σε διεθνές επίπεδο επιδιώκεται να αντιμετωπισθεί η υπερθέρμανση του πλανήτη και σε κάθε περίπτωση να μειωθεί η υπερθέρμανση πέραν των δύο βαθμών κελσίου, με στόχο η μείωση να αφορά στους ενάμιση βαθμούς κελσίου. Ιδιαιτέρως οι παγκόσμιες εκπομπές άνθρακα, στο πλαίσιο αυτών των προνοιών, επιβάλλεται να μειώνονται το ταχύτερο δυνατόν.

Ασφαλώς οι κλιματολογικές συνθήκες επιδρούν ευθέως στο περιβάλλον, αλλά αντιστοίχως και το περιβάλλον επιδρά στις κλιματολογικές συνθήκες. Αυτή η «διαλεκτική σχέση» αφορά κρίσιμο ζήτημα το οποίο δυστυχώς παραβλέπεται και από την κοινωνία και από την πολιτεία!…

Όσο παραβλέπεται το κρίσιμο αυτό ζήτημα, τόσο το έγκλημα θα είναι διαρκές!..

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ