Η ανάλυση της ελβετικής νομισματικής ένωσης τεκμηριώνει ότι, ασφαλώς μπορεί να λειτουργήσει σωστά ένα κοινό νόμισμα, αρκεί να το επιθυμούν πράγματι τα μέλη του δημιουργώντας τις κατάλληλες προϋποθέσεις – κάτι που δυστυχώς δεν φαίνεται να ισχύει στην Ευρωζώνη, με οδυνηρά αποτελέσματα για τα αδύναμα κράτη.

«Τα πλεονεκτήματα ενός κοινού νομίσματος μεταξύ διαφόρων χωρών είναι προφανή, αν και φαίνεται δύσκολο να προσδιορισθούν ποσοτικά: το μειωμένο κόστος συναλλαγών, η πλήρης εξάλειψη του νομισματικού κινδύνου, η αυξημένη διαφάνεια, καθώς επίσης ο μεγαλύτερος ανταγωνισμός – επειδή οι τιμές είναι ευκολότερο να συγκριθούν.

Πριν από την υιοθέτηση του ευρώ θεωρήθηκε πως το κοινό νόμισμα, με κριτήριο τα παραπάνω, θα μπορούσε να προκαλέσει έκρηξη στο εμπόριο εντός της Ευρώπης – κάτι που όμως δεν συνέβη, ενώ την ίδια χρονική περίοδο δημιουργήθηκαν τεράστια προβλήματα σε ορισμένα κράτη, τα οποία ίσως αποβούν μοιραία για το μέλλον τους. Οι βασικές αιτίες δεν είναι άλλες από το έλλειμμα Δημοκρατίας, καθώς επίσης από τη γερμανική αλαζονεία – από τις ύπουλες μεθοδεύσεις της πρωσικής κυβέρνησης».

Ανάλυση   

Η μοναδική ελπίδα της Ελλάδας να ξεφύγει με σχετικά ομαλό τρόπο από την παγίδα του χρέους, στην οποία έχει οδηγηθεί με ευθύνη κυρίως των κυβερνήσεων της (άρθρο), με αποτέλεσμα να αφελληνίζεται σταδιακά ο δημόσιος και ιδιωτικός πλούτος της για την εξυπηρέτηση των χρεών της, είναι η ολοκλήρωση της Ευρωζώνης – η τραπεζική, δημοσιονομική και πολιτική ένωση της κατά το παράδειγμα των Ηνωμένων Πολιτειών, της Ομοσπονδιακής Γερμανίας ή της Ελβετίας.

Εάν δεν συμβεί κάτι τέτοιο, τότε η Ελλάδα μάλλον δεν θα αποφύγει τη χρεοκοπία και την έξοδο από την Ευρωζώνη, αφού όμως θα έχει χάσει τα πάντα προηγουμένως, ενώ οι Πολίτες της θα έχουν εξαθλιωθεί – κάτι που εύλογα θα ήταν πολύ πιο επώδυνο από ότι το 2010 ή έστω σήμερα. Η Ελλάδα είναι βέβαια ήδη χρεοκοπημένη, όσο καμία άλλη χώρα στην παγκόσμια ιστορία (ανάλυση) – διατηρούμενη στη ζωή μόνο επειδή είναι μέλος της νομισματικής ένωσης και δανειοδοτείται από τους εταίρους της.

Επομένως, η ελπίδα της στα πλαίσια μίας ολοκληρωμένης Ευρωζώνης είναι η ελεγχόμενη πτώχευση της – δηλαδή η διαγραφή ενός μεγάλου μέρους των χρεών της, πιθανότατα όταν (εάν) δρομολογηθεί το πτωχευτικό δίκαιο για κράτη-μέλη που έχει ήδη προετοιμάσει η Γερμανία. Σε μία τέτοια περίπτωση πάντως, το μεγαλύτερο μέρος των περιουσιακών στοιχείων της χώρας μας θα μεταφερθεί σε ξένους ιδιοκτήτες – ενώ η πλειοψηφία των Ελλήνων θα μετατραπεί σε φθηνό εργατικό προσωπικό των βιομηχανιών χαμηλής προστιθέμενης αξίας που θα δημιουργηθούν, κατά το παράδειγμα της Τυνησίας, καθώς επίσης των τουριστικών θερέτρων για τους Ευρωπαίους του Βορά. Πρόκειται λοιπόν για ένα θέμα επιλογής – τονίζοντας πως η εθνική ανεξαρτησία, όπως επίσης η ελευθερία έχουν μεγάλο κόστος, το οποίο είτε είναι πρόθυμος κανείς να το πληρώσει, είτε όχι αποδεχόμενος το τίμημα (εθελοδουλία).

Περαιτέρω, είναι φανερό πως η Ευρωζώνη δεν λειτουργεί σωστά – αφού δεν έχει κανένα μηχανισμό αντιμετώπισης κρίσεων ή ασύμμετρων οικονομικών σοκ, καθώς επίσης καμία δυνατότητα νομισματικής ανάκτησης τυχόν χαμένης ανταγωνιστικότητας, όπως η υποτίμηση.Εκτός αυτού δεν έχει κανέναν δανειστή ύστατης ανάγκης τραπεζών και κρατών, αφού η ΕΚΤ καλύπτει μόνο εν μέρει τη συγκεκριμένη λειτουργία – ενώ η μεγαλύτερη οικονομία της, η Γερμανία, απομυζεί αχόρταγα τους εταίρους της αυξάνοντας τα πλεονάσματα της μέσω της πολιτικής της φτωχοποίησης του γείτονα (όπου τα πλεονάσματα του ενός είναι ελλείμματα των άλλων, με αποτέλεσμα να αποκλίνουν συνεχώς οι οικονομίες αντί να συγκλίνουν).

Η σωστή λειτουργία τώρα μίας νομισματικής ένωσης δεν έχει καμία σχέση με τις διαφορές νοοτροπίας των κρατών-μελών της, ούτε με τα χρέη τους, αλλά είναι το αποτέλεσμα των κατάλληλων Θεσμών – όπως στο παράδειγμα της Ελβετίας, στην οποία ορισμένα ομοσπονδιακά κρατίδια (καντόνια) είναι πολύ πιο χρεωμένα από τα υπόλοιπα, (γράφημα, πηγή: Credit Suisse). Το ίδιο συμβαίνει με τις οικονομικές συνθήκες και με το ρυθμό ανάπτυξης – μεγέθη που διαφέρουν σημαντικά από κρατίδιο σε κρατίδιο, όπως στην Ευρωζώνη από χώρα σε χώρα.

Εν τούτοις η Ελβετία έχει επίσης ένα κοινό νόμισμα για όλες τις διαφορετικές οικονομικές της περιοχές, το οποίο λειτουργεί σωστά– όπως συμπεραίνεται από την πρώτη θέση που κατέχει στον πλανήτη όσον αφορά την ανταγωνιστικότητα, μαζί με τις Η.Π.Α. που διαθέτουν επίσης ένα κοινό νόμισμα (πηγή). Γιατί λοιπόν λειτουργεί σωστά αυτή η νομισματική ένωση, ενώ αποτελεί πλεονέκτημα, παρά τις διαφορές των κρατών-μελών της; Στα πλαίσια αυτά τα εξής:

(α) Μία νομισματική ένωση λειτουργεί τόσο καλύτερα, όσο πιο κοντά ευρίσκεται στο ιδανικό ενός άριστου νομισματικού χώρου – όταν τα πλεονεκτήματα ενός κοινού νομίσματος είναι μεγαλύτερα από τα μειονεκτήματα του. Εν προκειμένω, τα καντόνια της Ελβετίας είναι στην πραγματικότητα πολύ στενά συνδεδεμένα μεταξύ τους – οπότε η ύπαρξη ενός κοινού νομίσματος έχει σημαντικά πλεονεκτήματα.

Το βασικό μειονέκτημα είναι το ότι, τα επί μέρους καντόνια έχουν στη διάθεση τους περιορισμένες δυνατότητες όσον αφορά τα μέτρα σταθεροποίησης της οικονομίας τους, με στόχο την ανάπτυξη και την άνοδο της ανταγωνιστικότητας – κυρίως καμία νομισματική πολιτική, η οποία αποτελεί το σπουδαιότερο εργαλείο.

Σύμφωνα όμως με τον βασικό θεωρητικό των Άριστων Νομισματικών Χώρων (Mundell), το γεγονός αυτό δεν παίζει κανένα ρόλο, όταν οι συντελεστές παραγωγής, ειδικά το εργατικό δυναμικό, είναι αρκετά εύκολοι στην μετακίνηση τους. Για παράδειγμα, εάν ένα κρατίδιο της Ελβετίας βυθιστεί στην ύφεση, ενώ ένα άλλο έχει ανάπτυξη, τότε οι άνεργοι μετακινούνται από το ένα στο άλλο, βρίσκοντας εκεί εργασία – στην Ευρωζώνη από την Ελλάδα στη Γερμανία, η οποία αναπτύσσεται περισσότερο.

(β)  Η Ελβετία όμως δεν είναι ένας πραγματικά άριστος νομισματικός χώρος – με την έννοια πως οι μετακινήσεις των εργαζομένων δεν είναι αρκετές για την εξισορρόπηση των διαφορών, όσον αφορά την οικονομική ανάπτυξη των διαφόρων κρατιδίων. Στην περίπτωση αυτή ισχύει η άποψη ενός δεύτερου βασικού θεωρητικού των άριστων νομισματικών χώρων – του P. Kenen. Σύμφωνα με τον οικονομολόγο, μία νομισματική ένωση χρειάζεται έναν ορισμένο βαθμό «δημοσιονομικής ολοκλήρωσης» – δηλαδή, μηχανισμούς οικονομικής αντιστάθμισης μεταξύ των μελών της.

Η Ελβετία διαθέτει τέτοιους μηχανισμούς, όπως επίσης η Ομοσπονδιακή Γερμανία, αφού τα καντόνια βοηθούνται μεταξύ τους – ενώ τα στηρίζει επί πλέον η κεντρική ομοσπονδιακή κυβέρνηση. Στο γράφημα που ακολουθεί (πηγή: F&W) φαίνονται οι «διαρθρωτικές αντισταθμιστικές πληρωμές» μεταξύ των καντονιών – όπου ο δεξιός άξονας και η κόκκινη καμπύλη δείχνουν σε ποιο ποσοστό ως προς τα έσοδα του ένα κανόνι είναι καθαρός χρηματοδότης (θετικό ποσοστό) ή καθαρός αποδέκτης (αρνητικό ποσοστό) των αντισταθμιστικών πληρωμών.

Το μέρος των στηλών στο παραπάνω γράφημα που είναι χρωματισμένο με μπλε, αναφέρεται στα χρήματα που το ένα καντόνι πρέπει να πληρώνει απ’ ευθείας στα άλλα ή που λαμβάνει από τα άλλα(=οριζόντιες μεταφορές χρημάτων) – ενώ με γκρίζο φαίνονται τα χρήματα που πρέπει να πληρώνουν τα κρατίδια ως αντιστάθμιση στην κεντρική ομοσπονδιακή κυβέρνηση ή που λαμβάνουν από αυτήν (=κάθετες μεταφορές χρημάτων).

Για παράδειγμα, το καντόνι της Zug πληρώνει σχεδόν το 20% των ετησίων εσόδων του ως αντιστάθμισμα στα άλλα οικονομικά αδύναμα καντόνια – ενώ, όπως όλα τα υπόλοιπα καντόνια, λαμβάνει επίσης χρήματα από το κεντρικό ομοσπονδιακό κράτος, αν και λιγότερα. Συνολικά το καντόνι αυτό είναι ο μεγαλύτερος καθαρός (=πληρωμές μείον τις εισπράξεις) πληρωτής, συγκριτικά με όλα τα υπόλοιπα, όπως η Βαυαρία στη Γερμανία – ενώ, αντίθετα, το Obwalden είναι ο μεγαλύτερος καθαρός αποδέκτης τόσο όσον αφορά τις οριζόντιες μεταφορές χρημάτων, όσο και τις κάθετες, οι οποίες υπερβαίνουν το 30% των δικών του εσόδων (για σύγκριση, στη θέση του η Ελλάδα θα έπρεπε να εισπράττει πάνω από 15 δις € ετησίως από την Ευρωζώνη, ως αντισταθμιστικές πληρωμές ).

Σε κάθε περίπτωση, όπως φαίνεται από το γράφημα, μόλις 4 καντόνια από τα 26 είναι καθαροί πληρωτές στην Ελβετία – πληρώνουν δηλαδή περισσότερα από ότι εισπράττουν (το Zug, η Ζυρίχη, η Γενεύη και η πόλη της Βασιλείας). Λογικά λοιπόν στην Ευρωζώνη λίγα μόνο κράτη θα είχαν αυτό το ρόλο – όπως η Γερμανία, η Ολλανδία, το Λουξεμβούργο κλπ.

(γ) Σε αντίθεση με την Ευρωζώνη, όπου για τη στήριξη των κρατών δόθηκαν τα γνωστά «πακέτα» της Τρόικας, στην Ελβετία οι μεταφορές των χρημάτων από καντόνι σε καντόνι, οι αντισταθμιστικές πληρωμές δηλαδή, δεν είναι δάνεια – οπότε δεν απαιτείται η εξόφληση τους, η οποία θα οδηγούσε στην αύξηση των χρεών τους.

(δ)  Σε κάθε αναδιανομή χρημάτων υπάρχει ουσιαστικά το πρόβλημα του ηθικού κινδύνου – με την έννοια πως οι αποδέκτες των πληρωμών έχουν το κίνητρο να συνεχίσουν να συμπεριφέρονται με τέτοιον τρόπο, ώστε να τους πληρώνουν διαρκώς οι υπόλοιποι. Εκτός αυτού δεν προσπαθούν αρκετά για να πάψουν να στηρίζονται – δεν εργάζονται δηλαδή όσο πρέπει ή δεν επιλύουν τα «διαρθρωτικά» τους προβλήματα.

Εν προκειμένω, το ελβετικό σύστημα περιορίζει όσο το δυνατόν περισσότερο τα κίνητρα ηθικού κινδύνου – αφού τα καντόνια δεν εισπράττουν τις αντισταθμιστικές πληρωμές τους με βάση τις οικονομικές τους καταστάσεις (προϋπολογισμούς), αλλά με κριτήριο τις οικονομικές τους δυνατότητες.

Εκτός αυτού, τα άλλα καντόνια δεν είναι υποχρεωμένα να στηρίξουν την πιθανή πτώχευση κάποιου – όπου όμως δεν υπάρχει προηγούμενη εμπειρία που να το αποδεικνύει στην πράξη. Σε κάθε περίπτωση, τα καντόνια ασκούν σε μεγάλο βαθμό μία ανεξάρτητη δημοσιονομική πολιτική – ενώ ανταγωνίζονται μεταξύ τους στο θέμα των φορολογικών συντελεστών, από τους οποίους βέβαια εξαρτώνται τα έσοδα τους, με στόχο την προσέλκυση επιχειρήσεων.

(ε) Ένα μεγάλο μερίδιο, όσον αφορά τα μέτρα στήριξης και αναδιανομής, αποτελούν οι πληρωμές των, σε ομοσπονδιακό επίπεδο, κοινωνικών ασφαλίσεων – κάτι εξαιρετικά σημαντικό για εκείνες τις περιπτώσεις που ένα καντόνι (ένα κρατίδιο στη Γερμανία ή μία Πολιτεία στις Η.Π.Α.) μίας νομισματικής ένωσης βυθίζεται σε μία κρίση, αφού πρόκειται για έναν απολύτως απαραίτητο σταθεροποιητικό παράγοντα του συνόλου.

(στ) Όλα τα κράτη-μέλη (καντόνια) της ελβετικής νομισματικής ένωσης υπόκεινται στην ίδια τραπεζική εποπτεία – ενώ όταν μία τράπεζα της Ζυρίχης, για παράδειγμα, διακινδυνεύσει, τότε δεν αφορά μόνο το καντόνι της Ζυρίχης, επειδή κάτι τέτοιο θα μπορούσε να δημιουργήσει μία κρίση εμπιστοσύνης σε ολόκληρο το χρηματοπιστωτικό σύστημα, οπότε να προκαλέσει μία τραπεζική επίθεση (Bank run).

Στην περίπτωση αυτή λοιπόν επεμβαίνει η κεντρική τράπεζα της νομισματικής ένωσης (η Τράπεζα της Ελβετίας εδώ που είναι εισηγμένη στο χρηματιστήριο), παρέχοντας την απαιτούμενη ρευστότητα εάν είναι απαραίτητη η επιβίωση της τράπεζας για τη σταθερότητα της οικονομίας  – όπως στην περίπτωση της UBS το 2008.

Εκτός αυτού υπάρχει μία ασφάλεια καταθέσεων, η οποία είναι ανεξάρτητη από την έδρα των τραπεζών – ενώ οι ανησυχίες για τη σταθερότητα των επί μέρους τραπεζών, οι φόβοι χρεοκοπίας τους δηλαδή είναι δυνητικά πιθανοί, αλλά δεν επιδεινώνονται από αντίστοιχους που αφορούν την αστάθεια των καντονιών, όπως στην Ευρωζώνη. Παράδειγμα η Ελλάδα, όπου η άσχημη οικονομική της κατάσταση οδήγησε τις τράπεζες στη χρεοκοπία – ενώ όταν είχαν ανάγκες ρευστότητας το 2015, η ΕΚΤ λειτούργησε εκβιαστικά, με απαράδεκτες πολιτικές σκοπιμότητες, κλείνοντας τες.

(ζ)  Η αναδιανομή (=αντισταθμιστικές πληρωμές) μεταξύ των κρατών-μελών (καντόνια) της ελβετικής νομισματικής ένωσης, βασίζεται σε μία συγκριτικά μεγάλη δημοκρατική συμμετοχή/διαδικασία τόσο σε τοπικό επίπεδο, όσο και σε ομοσπονδιακό – με απ’ ευθείας δυνατότητες επηρεασμού της μέσω δημοψηφισμάτων ή πρωτοβουλιών Πολιτών.

Για παράδειγμα, μπορούν να συγκεντρώνονται οι απαιτούμενες υπογραφές για τη διεξαγωγή ενός δημοψηφίσματος, σε σχέση με την πληρωμή λιγότερων αντισταθμιστικών χρημάτων από ένα καντόνι – ή το αντίθετο. Το γεγονός αυτό αυξάνει τη «νομιμοποίηση» της αναδιανομής σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό, από όσο είναι δυνατόν στην Ευρωζώνη – λόγω του πολιτεύματος της άμεσης δημοκρατίας που εφαρμόζεται στη χώρα, όπου οι πολίτες ψηφίζουν οι ίδιοι τους νόμους που τους αφορούν τόσο σε επίπεδο καντονιών, όσο και σε ομοσπονδιακό.

Το πρόβλημα πάντως, όσον αφορά την Ευρωζώνη, δεν είναι οι οικονομικές διαφορές ούτε το ότι οι χώρες-μέλη της έχουν διαφορετικές αντιλήψεις, πολιτισμικές ιδιαιτερότητες και γλώσσες– αφού στην Ελβετία συναντάται ακριβώς το ίδιο, ενώ ομιλούνται επίσημα τρεις γλώσσες (γερμανικά, γαλλικά, ιταλικά), καθώς επίσης πολλές άλλες, συμπεριλαμβανομένων των διαλέκτων.

Επίλογος

Με κριτήριο τα παραπάνω, ασφαλώς μπορεί να λειτουργήσει σωστά μία νομισματική ένωση, αρκεί να δημιουργηθούν οι κατάλληλες προϋποθέσεις, όπως στη Γερμανία, στην Ελβετία ή στις Η.Π.Α. – ενώ οι αντισταθμιστικές πληρωμές μεταξύ των κρατών δεν πρέπει να διακωμωδούνται, όπως δυστυχώς συμβαίνει ακόμη και εντός της Ελλάδας, αφού αποτελούν ένα πολύ σημαντικό στοιχείο της.

Εάν δεν συμβεί κάτι τέτοιο, όπου την ευθύνη έχει κυρίως η πρωσική κυβέρνηση, τότε είναι καλύτερα να διαλυθεί – αφού όσο πιο πολύ αργεί, τόσο πιο επώδυνη θα είναι για τις πλέον αδύναμες περιοχές της. Σε κάθε περίπτωση πάντως δεν φταίει το ευρώ, αλλά η μη ολοκληρωμένη, οπότε μη λειτουργική εάν όχι απολύτως καταστροφική δομή της νομισματικής ένωσης – υπενθυμίζοντας τα λόγια του κ. Krugman το 2012, σύμφωνα με τον οποίο τα εξής:

«Η δημιουργία του ευρώ υποτίθεται ότι ήταν ένα ακόμη θριαμβευτικό βήμα στο ευρωπαϊκό σχέδιο – στο οποίο η οικονομική ολοκλήρωση χρησιμοποιήθηκε για την προώθηση της πολιτικής ολοκλήρωσης και της ειρήνης. Ένα κοινό νόμισμα, όπως ένας κοινός τρόπος σκέψης, θα δέσμευε την ήπειρο ακόμη πιο πολύ, θα συνέδεε τα κράτη πιο στενά μεταξύ τους.

Αυτό που τελικά συνέβη όμως είναι ένας εφιάλτης – αφού το ευρώ έχει μετατραπεί σε μία οικονομική παγίδα, ενώ η Ευρώπη σε μία φωλιά εχθρών. Φαίνεται δε να απειλούνται ακόμη και τα δημοκρατικά επιτεύγματα της ηπείρου – επειδή οι δύσκολες οικονομικές συνθήκες δημιουργούν ένα ευνοϊκό περιβάλλον για τον πολιτικό εξτρεμισμό«.

Ο οικονομολόγος έχει κάνει τη δική του ανάλυση, όσον αφορά τη λειτουργικότητα μίας νομισματικής ένωσης, την οποία πρέπει να διαβάσει κανείς (πηγή) – χρησιμοποιώντας μεταξύ άλλων παραδείγματα από τις Η.Π.Α. Υπάρχουν φυσικά πολλοί άλλοι, οι οποίοι προειδοποιούν για τους τεράστιους κινδύνους του κοινού νομίσματος, εάν δεν ολοκληρωθεί η Ευρωζώνη – ενώ το γεγονός ότι έχει περάσει τόσος χρόνος από το ξέσπασμα της κρίσης χρέους, χωρίς να γίνει ουσιαστικά κάτι σημαντικό, με χώρες όπως η Ελλάδα να έχουν μετατραπεί σε ανυπεράσπιστα θύματα της Γερμανίας και των αγορών, δεν είναι καθόλου θετικό για το μέλλον.

Ολοκληρώνοντας, δεν είμαστε καθόλου σίγουροι πως θα υπάρξουν σύντομα κάποιες εξελίξεις που θα επιταχύνουν την ευρωπαϊκή ενοποίηση, οπότε θα είχε ίσως δίκιο η Ελλάδα να διατηρήσει τη στάση αναμονής της.

Είμαστε βέβαιοι όμως σχετικά με το ότι, η Ευρωζώνη είναι αδύνατον να επιβιώσει ως έχει – ενώ εάν διαλυθεί ξαφνικά δεν θα υπάρχουν κερδισμένοι, όπως ίσως φαντάζεται η Γερμανία, συνεχίζοντας να απομυζεί τους εταίρους της και χωρίς να ενδιαφέρεται για την καταστροφή των οικονομιών τους.

Συμπερασματικά λοιπόν όταν ερωτάται κανείς για το εάν θα πρέπει να εγκαταλείψει η Ελλάδα την Ευρωζώνη ή όχι, η υπεύθυνη απάντηση εξαρτάται από τις προβλέψεις του σχετικά με το εάν η νομισματική ένωση ολοκληρωθεί ή διαλυθεί – καθώς επίσης από το χρόνο που έχει η χώρα μας στη διάθεση της. Σε καμία περίπτωση από την έξοδο στις αγορές, ακόμη και εάν θα ήταν επιτυχημένη, αφού έτσι θα συνέχιζε να πληρώνει το παλαιό και εντελώς μη βιώσιμο χρέος της με νέο, με αυξημένα επιτόκια – ενώ η οικονομική της κατάσταση θα επιδεινωνόταν συνεχώς, ως αποτέλεσμα της λανθασμένης δομής της Ευρωζώνης, ακόμη και αν είχε μία θεϊκή κυβέρνηση ή/και ιδανικούς Πολίτες.

LEAVE A REPLY