Ο ταγματάρχης Δημήτρης Κασλάς, με περγαμηνές από τον μικρασιατικό πόλεμο, καθόταν σε αναμμένα κάρβουνα. Κάτι δεν του άρεσε. Η ξαφνική σιγή των Ιταλών τον είχε βάλει σε σκέψεις. Χωρίς να φορέσει το πανωφόρι του, βγήκε έξω από το αμπρί του και άρχισε να επιθεωρεί τις θέσεις άμυνας στο ύψωμα.
Το βουνό βρισκόταν 20 χιλιόμετρα βόρεια της Κλεισούρας και είχε καταληφθεί από τον Ελληνικό Στρατό τον χειμώνα του 1941. Το συγκεκριμένο ύψωμα ήταν ένα καρφί στο «μάτι» της ιταλικής πολεμικής μηχανής. Όσο παρέμενε σε ελληνικά χέρια κάθε προσπάθεια των Ιταλών ήταν καταδικασμένη. Εάν έπεφτε, τότε άνοιγε ο δρόμος για την υπόλοιπη Ελλάδα. Είχε υψόμετρο 731 μέτρα και όπως είθισται η γεωγραφική υπηρεσία το είχε ονομάσει «Ύψωμα 731».
Ο ταγματάρχης φώναξε δυο λοχαγούς του και άρχισε να δείχνει με το δάχτυλό του διάφορα σημεία και να δίνει οδηγίες. Εκείνοι, που δεν είχαν καταλάβει για τι πράγμα μιλούσε, απλά σημείωναν και κουνούσαν καταφατικά το κεφάλι τους. «Θέλω να ενισχυθεί η άμυνα σε αυτό το αντέρεισμα. Σε αυτή τη ραχούλα να στηθεί ένα πολυβόλο που θα διασταυρώνει πυρά με εκείνο το πολυβόλο μας. Εδώ και εδώ να βάλλουν οι όλμοι μας. Και όλοι, μα όλοι να σκάψουν ορύγματα βάθους 80 εκατοστών και να μπουν μέσα για να είναι προφυλαγμένοι…».
Ο ταγματάρχης Κασλάς είχε δημιουργήσει στο μυαλό του ένα περίφημο σχέδιο άμυνας και τώρα το έστηνε όχι επί χάρτου, αλλά στην πραγματικότητα. Γνώριζε ότι οι φαντάροι και οι αξιωματικοί του ήταν διαλυμένοι και καταβεβλημένοι, όπως και εκείνος, αλλά πολύ περισσότερο γνώριζε ότι το ύψωμα δεν έπρεπε να πέσει ακόμη και εάν όλοι οι υπερασπιστές του σκοτώνονταν.
Ο ταγματάρχης Κασλάς εκείνο το βράδυ δεν κοιμήθηκε. Έφαγε μαζί με τους υπόλοιπους στρατιώτες σαν απλός φαντάρος και στη συνέχεια κλείστηκε στο αμπρί του και μελέτησε τους χάρτες. Σχεδίασε κάθε πιθανό σενάριο, καλό ή κακό, προκειμένου να μην πέσει το ύψωμα. Έφτιαξε στο μυαλό του κάθε εναλλακτική λύση για να αποτρέψει την ιταλική επίθεση. Πριν ακόμη χαράξει, βγήκε έξω σαν να ήθελε να αποτυπώσει στο μυαλό του όλη εκείνη την απίστευτη ομορφιά της πλάσης.
Λίγα λεπτά αργότερα, ξεκινούσε η περίφημη ιταλική «Εαρινή Επίθεση» με τον ίδιο τον Μουσολίνι να επιβλέπει. Τα ιταλικά κανόνια άρχισαν να ξερνούν φωτιά. Οι ελληνικές θέσεις δέχονταν ένα πρωτόγνωρο σφυροκόπημα. Θύμιζε τα «μπαράζ» του πυροβολικού στα χαρακώματα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Κάθε ένα δευτερόλεπτο που περνούσε επάνω στο βουνό έσκαγαν 11 βλήματα. Καπνός, σκόνη, ουρλιαχτά, διαμελισμένα κορμιά, μυρωδιά από καμένη σάρκα, μπαρούτι, συνέθεταν ένα σκηνικό κολάσεως.
Ο Κασλάς δίπλα στον ασυρματιστή του ούρλιαζε για να ακουστεί: «Στείλε: Δεχόμαστε σφοδράν επίθεσιν. Αντέχουμε». Ο ταγματάρχης ήταν αποφασισμένος να μην αφήσει τους Ιταλούς να πατήσουν στο «731». Κατάμαυρος από την κάπνα και τις λάσπες φώναξε τους αξιωματικούς του και στα γρήγορα, μέσα στο αμπρί του, έδωσε τη διαταγή του προς τους διοικητές των λόχων του 5ου τάγματος Πεζικού Τρικάλων: «Επί των κατεχομένων θέσεων θα αμυνθώμεν μέχρις εσχάτων. Ουδείς θα κινηθή προς τα οπίσω. Εμψυχώσατε άνδρας σας και τονώσατε το ηθικόν των. Προμηνύεται λυσσώδης επίθεσις του εχθρού, η οποία οπωσδήποτε θα αποκρουσθή και θα συντριβή. Τηρήσατέ με ενήμερον τακτικής καταστάσεως. Επαναλαμβάνω, τότε μόνον θα διέλθη ο εχθρός εκ της τοποθεσίας μας, όταν αποθάνωμεν άπαντες επί των θέσεών μας».
Οι στιγμές, τα λεπτά, οι ώρες του σφοδρού βομβαρδισμού περνούσαν βασανιστικά αργά. Μέσα στα ορύγματα οι φαντάροι σιωπηλοί, δεν μπορούσαν να αντιδράσουν στις βόμβες που έσκαγαν δίπλα τους. Τα βλήματα σκορπούσαν τον θάνατο και τη θλίψη. Οι στρατιώτες έβλεπαν τους συναδέλφους και φίλους τους να κομματιάζονται, ένιωθαν το αίμα τους καυτό να τους πιτσιλάει. Και όσο συνέβαινε αυτό, τόσο η οργή τους ξεχείλιζε και έσφιγγαν περισσότερο το όπλο τους.
Ο Ιταλός διοικητής Πυροβολικού, Καβαλέρο, από την Τρεμπεσίνα, όπου ήταν τα κανόνια, σίγουρος πλέον ότι δεν είχε μείνει άνθρωπος ζωντανός έπειτα από τέτοιο βομβαρδισμό, έγνεψε στον Ντούτσε, που παρακολουθούσε από κοντά, ότι πλέον το Πεζικό μπορεί να καταλάβει το ύψωμα. Οι Ιταλοί στρατιώτες καθώς πλησίαζαν αντίκρισαν ένα θέαμα που τους έκανε να μείνουν με το στόμα ανοιχτό. Το γεμάτο δέντρα βουνό είχε μείνει φαλακρό. Τα συρματοπλέγματα είχαν καταστραφεί, τα χαρακώματα δεν υπήρχαν. Ήταν πλέον και εκείνοι σίγουροι ότι θα καταλάμβαναν εύκολα το ύψωμα.
Την ίδια στιγμή μέσα στο αμπρί του ταγματάρχη, ο ασυρματιστής, του έδωσε να διαβάσει το τηλεγράφημα από τον συνταγματάρχη Κετσέα: «Επί των θέσεών σας θ’ αμυνθήτε μέχρις εσχάτων. Η Πατρίς, η Ανωτάτη Διοίκησις απαιτεί να κρατήσητε ψηλά την τιμήν των όπλων».
Ο Δημήτρης Κασλάς, που δεν σταμάτησε να δίνει διαταγές, έγνεψε στον ασυρματιστή του: «Στείλε: οτιδήποτε και αν συμβή δεν θα εγκαταλείψωμεν το 731 και έχω πεποίθησιν ότι δεν θα περάσουν οι Ιταλοί».
Η πεποίθησή του έγινε πραγματικότητα. Αν και είχαν καταστραφεί τα ελληνικά κανόνια επάνω στο ύψωμα, αν και είχαν καταστραφεί τα πυροβόλα, οι όλμοι και τα βαριά όπλα, ο Κασλάς έδωσε διαταγή προς τους φαντάρους να μην κουνηθούν από τις θέσεις τους και να μην πυροβολήσουν τους σχεδόν ακάλυπτους Ιταλούς μέχρι το σύνθημά του. Και όταν οι Ιταλοί έφτασαν κοντά, ο ταγματάρχης φώναξε «πυρ» και μια δεύτερη πύλη της κολάσεως άνοιξε, αυτή τη φορά για εκείνους.
Με χειροβομβίδες, πολυβόλα, αυτόματα, οι Έλληνες φαντάροι θέριζαν τους Ιταλούς που ακάλυπτοι δεν είχαν πού να κρυφτούν. Ήταν μια πραγματική σφαγή για τους άνδρες του Μουσολίνι. Τα νεύρα είχαν τεντωθεί τόσο, που κάποιες ομάδες Ιταλών που σήκωναν τα χέρια για να παραδοθούν εκτελέστηκαν την ίδια στιγμή.
Ο ταγματάρχης Κασλάς υπερασπίστηκε με τους στρατιώτες του το «Ύψωμα 731» με αυταπάρνηση. Η «Εαρινή Επίθεση» του Μουσολίνι έσπασε στους βράχους ενός βουνού που είχε ύψος 731 μέτρα. Τα βράδια ιταλικά αεροπλάνα πετούσαν επάνω από το καραφλό βουνό και έριχναν προκηρύξεις. Ο Κασλάς έγραψε στο ημερολόγιό του: «Προς το εσπέρας νομίζουν ότι θα κλονίσουν το ηθικόν των στρατιωτών μας, ρίπτουν δι’ αεροπλάνων χιλιάδας προκηρύξεις, καλούν τους στρατιώτας μας να ρίψουν τα όπλα και να σπεύσουν να παραδοθούν. Αι προκηρύξεις αυταί μόνον γέλωτα προσέφερον εις τους ηρωικούς οπλίτας». Ο Μουσολίνι έφευγε ταπεινωμένος. Σε λίγες εβδομάδες θα χρειαζόταν ο σύμμαχός του, ο Χίτλερ, να επέμβει για να τον σώσει από την καταστροφή.
Στον ταγματάρχη Κασλά, που κράτησε το «Ύψωμα 731» και απέκρουσε μέσα σε τρεις μέρες 18 μεγάλες επιθέσεις από Πυροβολικό, Αεροπορία, άρματα μάχης και επίλεκτες ιταλικές μονάδες πεζικού, απονεμήθηκαν τα εξής: Χρυσούν Αριστείο Ανδρείας, Πολεμικός Σταυρός Γ’ Τάξεως, Αργυρούς Σταυρός του Β’ Τάγματος, Μετάλλειον στρατιωτικής αξίας Δ’ Τάξεως. Οι Ιταλοί άφησαν στους πρόποδες του υψώματος 12.000 νεκρούς. Το 1985 ο Δημήτριος Κασλάς, μετά θάνατον, προήχθη σε ταξίαρχο.
Το φωτογραφικό υλικό είναι από το ψηφιακό αρχείο για τον Δημήτρη Κασλά, www.Kaslas.blogspot.gr 

LEAVE A REPLY