Στα πλαίσια της ανάγκης για σφαιρική πληροφόρηση, παραθέτουμε εδώ μια ενδιαφέρουσα προσέγγιση του έγξυρου διεθνούς περιοδικού Politico για τις οικονομικές προοπτικές της χώρας μας,χωρίς αυτό να σημάινει ότι και τις πεικροτούμε.
Ο.Δ.

Επιμέλεια: Αλεξάνδρα Βουδούρη 

Αυτό που επί της ουσίας διακυβεύεται πλέον είναι αν η Αθήνα, που έχει ήδη δοκιμαστεί από τις αγορές, μπορεί να έχει μια “καθαρή έξοδο” από το τρίτο κατά σειρά δανειακό της πρόγραμμα, όταν αυτό λήξει στον Αύγουστο ή θα χρειαστεί κάποιου είδους “δίχτυ” ασφαλείας.

Η απάντηση είναι μάλλον περισσότερο πολιτική… Παρά το γεγονός ότι ακούγεται λογικό να δοθεί μια γραμμή προληπτικής πίστωσης από τον ESM, σε περίπτωση αναταραχής των αγορών ή πολιτικής αστάθειας που θα οδηγήσει σε άνοδο το κόστος δανεισμού, δεν υπάρχει περίπτωση η ελληνική κυβέρνηση να ζητήσει ένα δάνειο που επί της ουσίας θα είναι εν αναμονή, καθώς φυσικά ένα νέο δάνειο θα χρειάζεται νέους όρους. Ενώ, κάποιοι δανειστές είναι προβληματισμένοι, καθώς δεν εμπιστευονται τους Έλληνες να αφεθούν μόνοι τους και προτιμούν να τους έχουν υπό αυστηρή εποπτεία, αυτό θα ήταν ωστόσο πολιτικά “μη παραγωγικό και μη βιώσιμο”.

Ο Έλληνας πρωθυπουργός, Αλέξης Τσίπρας είναι κάθετος… το Grexit σημαίνει Grexit (εδώ εννοεί η «έξοδος» σημαίνει έξοδος» σε ό,τι αφορά το πρόγραμμα). Έχοντας υποφέρει αρκετά, καθώς “θυσίασε” την εφαρμογή του προγράμματος προσαρμογής που το κόμμα του ο ΣΥΡΙΖΑ- ποτέ επί της ουσίας δεν πίστεψε-, η ευκαιρία του Τσίπρα να επιβιώσει πολιτικά είναι να αποδείξει ότι η Ελλάδα μπορεί να σταθεί και πάλι στα πόδια της. Χρειάζεται να επιδείξει ότι έχει απαλλαγεί από τη “μισητή τρόικα” των διεθνών πιστωτών, δηλαδή την ΕΚΤ, το ΔΝΤ και φυσικά ότι έχει απαλλαγεί από το “μνημόνιο” τους.

Το σύστημα εποπτείας του δανειακού προγράμματος αφορά επισκέψεις τεχνικών ομάδων της τρόικας, που συνήθως κατασκηνώνουν στο ξενοδοχείο “Χίλτον” της Αθήνας, και οι οποίες έχουν το ελεύθερο να ελέγχουν τα πάντα σε ό,τι αφορά τις δαπάνες των υπουργείων, να ζητούν σε ακρόαση τους Έλληνες αξιωματούχους και να πιέζουν την κυβέρνηση να υποχωρήσει από αποφάσεις της κάτι που θεωρούνταν εθνικός εξευτελισμός, αν και κάποιοι Έλληνες αναγνωρίζουν ότι αυτό ήταν δικαιολογημένο λόγω των 300 δισ ευρώ που δέχθηκαν συνολικά ως δάνειο.

Παρά το γεγονός ότι η χώρα τελικά επέστρεψε σε μια σχετικά μικρή οικονομική ανάπτυξη, έχοντας εκπληρώσει τους στόχους για πρωτογενή πλεόνασμα και έχοντας μειώσει συντάξεις, μισθούς, δημόσιες δαπάνες, η κοινωνία έχει κουραστεί από τη λιτότητα και την κατάθλιψη, που μετρά δέκα χρόνια. Η χώρα έχει πλέον ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς, οι επενδύσεις επιστρέφουν, η ανεργία μειώνεται αν και παραμένει στο 20% και κυρίως η νεανική ανεργία είναι ιδιαιτέρως υψηλή. Οι πολίτες όμως ακόμα δεν έχουν δει αλλαγή στις τσέπες τους…

Η δημοσιονομική προσαρμογή έχει επιτευχθεί κυρίως λόγω μείωσης των μισθών και αύξησης των φόρων αλλά και βελτίωσης των φοροεισπρακτικών μηχανισμών, παρά λόγω απελευθέρωσης των μεταρρυθμίσεων ή βελτίωσης των ιδιωτικοποιήσεων. Η ΕΚΤ και συγκεκριμένα το ΔΝΤ ειναι ιδιαιτέρως απρόθυμες να αφήσουν την Ελλάδα να υποπέσει σε νέα λάθη. “Βετεράνοι” πια λόγω αμέτρητων και διαπραγματεύσεων ανησυχούν ότι η Αθήνα αμέσως θα ξεκινήσει να αποφεύγει για όσα έχει δεσμευθεί σχετικά με την αγορά εργασίας και τις μεταρρυθμίσεις που έχουν επιβληθεί από τους δανειστές.

Υπάρχουν ακόμα ανησυχίες ότι οι εκλογές, που κανονικά προγραμματίζονται για το 2019, αν και μπορεί να διεξαχθούν νωρίτερα φέτος – μπορεί να οδηγήσουν σε άσκοπες δαπάνες και ίσως σε μια αδύναμη Βουλή χωρίς κανένα κόμμα να έχει κοινοβουλευτική πλειοψηφία, κάτι που τρομάζει φυσικά τις αγορές. Η Κομισιόν και η Γαλλία από την άλλη πλευρά επιζητούν μια νίκη και δίνουν στην Αθήνα το πλεονέκτημα της αμφιβολίας για τη μελλοντική συμπεριφορά της.

Δίνουν έμφαση στο γεγονός ότι η Ελλάδα ούτως ή άλλως θα βρίσκεται σε “πρόγραμμα παρακολούθησης” μετά το πρόγραμμα της έως ότου αποπληρώσει το 75% των επίσημων δανείων της στους εταίρους της, στην Ευρωζώνη. Ο Επίτροπος Οικονομικών Υποθέσεων Πιερ Μοσκοβισί τάχθηκε υπερ μιας “καθαρής εξόδου” στην πρόσφατη επίσκεψη του στην Αθήνα λέγοντας ότι “δεν μπορεί να υπάρξει τέταρτο πρόγραμμα” – ούτε καν ένα προληπτικό πρόγραμμα.

Βρυξέλλες και Παρίσι θέλουν να συνδέσουν τη μείωση του ετήσιου κόστους του χρέους με τη ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας. Και αυτό, επειδή μια ελάφρυνση του χρέους αποτελεί “ευαίσθητο” πολιτικό θέμα για την Γερμανία, την Ολλανδία και τη Φινλανδία, ενώ ο επικεφαλής του ESM, Κλάους Ρέγκλινγκ έχει πει ότι θα συνεχίσει μια αυξημένη εποπτεία ώστε να υπάρχει δικλείδα ασφαλείας ότι η χώρα θα συνεχίσει απρόσκοπτα τις μεταρρυθμίσεις για τις οποίες έχει δεσμευθεί. Ούτε η Γερμανία ούτε χώρες σαν τη Γερμανία δέχονται να συζητήσουν την προοπτική “νέων δανείων για την Ελλάδα” ακόμα και αν αυτό θα αφορά μια πίστωση, που θα είναι απλά διαθέσιμη.

Ο διοικητής της κεντρικής τράπεζας της χώρας, Γιάννη Στουρνάρας επανέλαβε την περασμένη εβδομάδα την πεποίθηση του ότι η χώρα χρειάζεται προληπτική γραμμή πίστωσης με το επιχείρημα ότι θα εξασφαλίσει την απρόσκοπτη πρόσβαση της στις αγορές, στη μείωση του δανεισμού για τις τράπεζες ενώ θα επιτρέψει στην ΕΚΤ να δέχεται τα ελληνικά ομόλογα στην τελική φάση του προγράμματος της, ενώ θα διευκολύνει τη μετάβαση μετά την άρση περιορισμού των capital controls, που επιβλήθηκαν στη χώρα εν μέσω της κρίσης του 2015.

Οι “δυνάμεις” που είναι υπέρ της διατήρησης μιας αυστηρής διαδικασίας ελέγχου της Αθήνας έχουν αποδυναμωθεί εξαιτίας της απουσίας πλέον του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, του επικεφαλής της λιτότητας, που επιχείρησε ανεπιτυχώς να βγάλει εκτός Ευρωζώνης την Ελλάδα το 2015, καθώς δεν είναι πια υπουργός Οικονομικών της Γερμανίας. Ο πιθανός διάδοχός του, Όλαφ Σολτς, έχει ήδη πει ότι το Βερολίνο δεν θα πρέπει πλέον να υπαγορεύει το πώς οι Ευρωπαϊκές χώρες θα διαχειρίζονται τα οικονομικά τους.

Μια παρόμοια συζήτηση είχε γίνει και για την Πορτογαλία μετά την έξοδο της από το τριετές δανειακό της πρόγραμμα, το 2014. Η Λισαβώνα είχε απορρίψει μια προληπτική γραμμή πίστωσης και πέτυχε τελικά επιστροφή στις αγορές αλλά και οικονομική ανάπτυξη. Μια Σοσιαλιστική κυβέρνηση με τη στήριξη του Κομμουνιστικού κόμματος και της ριζοσπαστικής αριστεράς ανέτρεψε κάποιες από τις περικοπές στον δημόσιο τομέα ενώ χαλάρωσε τα μέτρα λιτότητας χωρίς αυτό να έχει επιπτώσεις στην ανάκαμψη ή στην πιστοληπτική της ικανότητα.

Η Ελλάδα είναι πιο αδύναμη από την Πορτογαλία. Αλλά επίσης χρειάζεται μια ευκαιρία να καθορίσει τον δικό της δρόμο – που θα υπόκειται στην πειθαρχία των οικονομικών αγορών, παρά σε αυτή μιας τρόικας ή ενός Γερμανού υπουργού Οικονομικών.

( Αθήνα 9,84)

 

LEAVE A REPLY

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.