Έχουν περάσει περισσότερα από έξι χρόνια από τον Μάρτιο του 2012 και την επονομαζόμενη «αναδιάρθρωση» του ελληνικού χρέους με το PSI+, όπου δόθηκαν διαβεβαιώσεις ότι αντιμετωπίστηκε οριστικά και αμετάκλητα το πρόβλημα του χρέους, αφήνοντας ημιθανείς τις ελληνικές τράπεζες και τα ασφαλιστικά ταμεία. Eκτοτε δεν πρέπει να υπήρξε πιο αμφισβητούμενη ερμηνεία από αυτήν του όρου της βιωσιμότητας ή διαχειρισιμότητας του ελληνικού χρέους. Αποτέλεσμα αυτής της αμφισβήτησης είναι ο όρος «βιωσιμότητα» να προσδιορίζεται με πολιτικούς όρους και να αντιστοιχεί σε ένα περιεχόμενο το οποίο μεταβαλλόταν ανάλογα με τις πολιτικές εξελίξεις και την πολιτική συγκυρία.

ΠΡΕΠΕΙ να σημειωθεί ότι από τεχνική άποψη τόσο το ΔΝΤ όσο και η Παγκόσμια Τράπεζα έχουν καταρτίσει σαφή κριτήρια για την απόδοση του χαρακτηρισμού του χρέους ως εξυπηρετήσιμου ή βιώσιμου. Αξιολογώντας με αυτά τα κριτήρια (λόγο χρέους προς φορολογικά έσοδα ή έσοδα από εξαγωγές, καθώς και καθαρή παρούσα αξία του χρέους), το ελληνικό χρέος δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως βιώσιμο. Βέβαια, το 80% του χρέους βρίσκεται στην κατοχή «δημόσιων» ή με δημόσιο χαρακτήρα εθνικών ή υπερεθνικών φορέων. Αυτά τα χαρακτηριστικά προσδίδουν κάποιες ιδιότητες στο χρέος που κάνουν εξαιρετικά δύσκολη την τελεσίδικη αξιολόγηση της βιωσιμότητάς του. Ο λόγος είναι ότι το σημαντικό κομμάτι του χρέους που έχει δημόσιο χαρακτήρα εξυπηρετείται με χαμηλό επιτόκιο ή χαμηλότερο από αυτό που θα επετύγχαναν οι εκδόσεις των ελληνικών ομολόγων αν πραγματοποιούνταν στην αγορά.

Ο ΛΟΓΟΣ της αμφισβήτησης της βιωσιμότητας οδήγησε το Eurogroup τον Μάιο του 2016 στη λήψη αποφάσεων για την αποκατάσταση της βιωσιμότητας του χρέους. Οι αποφάσεις αυτές ελήφθησαν ενόψει της εξόδου της Ελλάδας στις αγορές και προκειμένου να επιτευχθεί η κάλυψη των απαιτήσεων του ΔΝΤ για τη βιωσιμότητα. Το Eurogroup συμφώνησε να αξιολογήσει τη βιωσιμότητα του χρέους στη βάση ενός κριτηρίου ροής σύμφωνα με το οποίο οι ακαθάριστες δανειακές ανάγκες της χώρας πρέπει να παραμένουν κάτω από το όριο του 15% του ΑΕΠ σε μεσοπρόθεσμη βάση και κάτω από το 20% για τη μετέπειτα περίοδο.

Το πρόβλημα είναι ότι, ακόμα και στην περίπτωση μαξιμαλιστικής εφαρμογής των παραπάνω αποφάσεων, αναμένεται να υπάρξουν οριακές μόνο βελτιώσεις στην τροχιά του ελληνικού χρέους, αφού περιορίζονται στην εξομάλυνση των πληρωμών στην επιστροφή των κερδών των ομολόγων που αποκόμισε το ευρωσύστημα. Ακόμα και η πρόταση της σύνδεσης με την ανάπτυξη έχει δεχθεί κριτική, η οποία σχετίζεται με τη χρηματοοικονομική βιωσιμότητα του χρέους. Και στις δύο περιπτώσεις, οι παρεμβάσεις στο χρέος και ο καθοριστικός ρόλος του ESM είναι μια μακροχρόνια διαδικασία και, ως εκ τούτου, δέσμια πολιτικών αποφάσεων, που με τη σειρά τους είναι αποτέλεσμα συγκεκριμένων πολιτικών ισορροπιών στην Γερμανία, Γαλλία κ.λπ.

Στην περίπτωση που μεταβληθούν αυτές οι ισορροπίες, είναι πιθανό να αλλάξει και η αντιμετώπιση του προβλήματος του ελληνικού χρέους. Κατά την αξιολόγηση των παραπάνω προτάσεων, πρέπει να προστεθεί και το γεγονός ότι η Ε.Ε. έχει πλέον αρκετά περιορισμένο πολιτικό κεφάλαιο, γεγονός που δεν της επιτρέπει να επιβάλλει λύσεις και θέσεις. Ενας άλλος κίνδυνος που μπορεί να ακυρώσει τα αποτελέσματα των αποφάσεων του Eurogroup είναι η άνοδος των επιτοκίων. Η οποία, εκτός από την αύξηση του κόστους δανεισμού, θα προκαλέσει μια εξαιρετικά μεγάλη δημοσιονομική επιβάρυνση (πολύ μεγαλύτερη από 15% του ΑΕΠ), θα μειώσει και την αξία των ομολόγων που έχουν στα χαρτοφυλάκια τους οι επίσημοι φορείς, κάνοντας δύσκολη την ιδιωτικοποίηση του χρέους. Στο ίδιο πλαίσιο, και η γραμμή χρηματοδότησης για δώδεκα μήνες δεν πρόκειται να δώσει κάποια ουσιαστική λύση. Τουναντίον θα μετακινήσει την επίλυση του προβλήματος κατά έναν επιπλέον χρόνο και θα αυξήσει τον συνολικό όγκο του χρέους, αναβάλλοντας για άλλη μια φορά τη λήψη των δύσκολων αποφάσεων.

ΟΛΑ ΤΑ ΠΑΡΑΠΑΝΩ κάνουν ακόμα πιο επιτακτική την ανάγκη για την ουσιαστική λύση που να μπορεί να γίνει αποδεκτή από τις αγορές. Η άποψη που κυριάρχησε τα πρώτα χρόνια, κατά την περίοδο του πρώτου και του δεύτερου μνημονίου, και υποστήριζε ότι η συνέχιση των μεταρρυθμίσεων και της δημοσιονομικής πειθαρχίας θα οδηγήσουν το ελληνικό χρέος στη ζώνη της βιωσιμότητας και, ως εκ τούτου, δεν χρειάζεται καμία παρέμβαση συνέβαλε στη μεγέθυνση του χρέους, κάνοντάς το εξαιρετικά ασταθές, σύμφωνα με την έκθεση βιωσιμότητας του ΔΝΤ τον Ιούνιο του 2015. Η αδυναμία κάλυψης της εξυπηρέτησης του χρέους από τις αγορές δεν θα είναι καταστροφική μόνο για την Ελλάδα, αλλά κυρίως για την Ε.Ε. Η αποτυχία εξόδου στις αγορές με τα υψηλά επιτόκια θα αθροίσει το ελληνικό και το ιταλικό πρόβλημα, αμφισβητώντας καθοριστικά για άλλη μια φορά την ικανότητα της Ε.Ε. για λύσεις.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ