Η σύγκρουση ανάμεσα στο, λειτουργικά, ελλειμματικό μοντέλο ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας και στο, λειτουργικά, πλεονασματικό παγκοσμιοποιητικό οικονομικό μοντέλο της ευρωζώνης. (Γιατί το ελληνικό οικονομικό μοντέλο δεν αποτελεί πρόβλημα, παρά τα λεγόμενα των οικονομολόγων).


του Τάσου Αναστασόπουλου

Ο καθηγητής και πρώην πρωθυπουργός Ξενοφών Ζολώτας (26/3/1904 – 11/6/2004) γνώριζε, πολύ καλά και υποστήριξε, σταθερά, την ύπαρξη ενός εθνικού νομίσματος, η αξία του οποίου δεν θα είναι αντικείμενο της κερδοσκοπίας του Forex και των κερδοσκοπικών κινήσεων, μέσα από τις κυμαινόμενες συναλλαγματικές ισοτιμίες και ήταν υπέρ του προσδιορισμού της αξίας της δραχμής, από τις εθνικές νομισματικές αρχές, δηλαδή, σε τελική ανάλυση, από το ελληνικό κράτος. Οι μεταγενέστεροι ακολούθησαν άλλην οδό και τα έκαναν σκατά, καταστρέφοντας την ελληνική οικονομία και ξηλώνοντας τον παραγωγικό μηχανισμό της χώρας μας, με αποτέλεσμα να φέρουν την φτώχεια, την δυστυχία και την κοινωνικοοικονομική υποδούλωση του ελληνικού πληθυσμού, στους ξένους κερδοσκόπους, με την δημιουργία του σύγχρονου καθεστώτος της νεοαποικιακής χρεωδουλείας.

Η υπογραφή του 4ου Μνημονίου -του Μνημονίου, που οι συντάκτες του ντρέπονται να πουν το όνομά του- και η εφαρμογή του, με τον τρίμηνο περιοδικό έλεγχο του κουαρτέτου των ξένων δανειστών, που αρχίζει αυτόν τον μήνα και θα είναι εξαντλητικός, ενώ οι ελεγκτές θα έχουν στα χέρια τους και το πολύ σημαντικό όπλο της εκταμίευσης, ή μη, των δόσεων του τελευταίου, μέχρι στιγμής, δανείου του 3ου Μνημονίου, αλλά και των επιστροφών των κερδών, από τα ελληνικά κρατικά ομόλογα, που κατέχουν οι κεντρικές τράπεζες της ευρωζώνης, θέτουν, επί τάπητος, το ζήτημα της μέλλουσας πορείας της ελληνικής οικονομίας και της τύχης του πληθυσμού της χώρας μας.

Όπως έχουμε γράψει πολλές φορές, οι προοπτικές, για την πορεία της ελληνικής οικονομίας και στα πλαίσια αυτού του «μεταμνημονιακού» Μνημονίου, είναι και παραμένουν ζοφερές, αφού είναι προφανές ότι το ελληνικό δημόσιο παραμένει καταχρεωμένο, το τραπεζικό σύστημα είναι, ουσιαστικά, χρεωκοπημένο και ανύπαρκτο, ενώ οι προοπτικές για το ελληνικό δημόσιο χρέος και την εξέλιξή του, ακόμη και εάν πραγματοποιηθούν οι απιθανολόγες προβλέψεις των ξένων δανειστών, είναι ότι το 2060 θα έχει διαμορφωθεί, στα επίπεδα του 100% του ελληνικού ΑΕΠ.

Βέβαια, η πικρή αλήθεια είναι ότι το ελληνικό δημόσιο χρέος, στην, μελλοντικά, μακρινή αυτή εποχή, εάν δεν κουρευτεί, θα φθάσει και θα ξεπεράσει το 200% του ΑΕΠ της χώρας και φυσικά, θα οδηγήσει την ελληνική οικονομία, με δεδομένο το γεγονός της απαίτησης των δανειστών, για ετήσια πρωτογενή πλεονάσματα της τάξεως του 3,5% του ΑΕΠ, μέχρι το 2022 και 2,2% του ΑΕΠ, μέχρι το 2060, στον, επί δεκαετίες, παρατεταμένο μαρασμό και στην κατάρρευση του παραγωγικού και του κοινωνικού ιστού της χώρας.

Προφανώς, αυτή η πικρή αλήθεια αγνοείται και παρακάμπτεται, από την κυβερνώσα «ευρωπαϊστική» πολιτικοοικονομική ελίτ, αλλά αυτό δεν αλλάζει τα πράγματα και ως εκ τούτου, είναι απαραίτητο να επισημαίνεται, για να μην λησμονείται. Η χώρα έχει οδηγηθεί, στην μετατροπή της σε μια κλασική χώρα των Βαλκανίων, την ίδια στιγμή, που όλες οι άλλες χώρες της περιοχής βρίσκονται σε μια ασθμαίνουσα αναπτυξιακή τροχιά και ρυθμούς ανάπτυξης, οι οποίοι, όμως, ξεπερνούν την μακροχρόνια ελληνική υπανάπτυξη (η Βουλγαρία 3,6%, η Ρουμανία 7%, η Κροατία 2,8%, η Σερβία 1,8%, το Μαυροβούνιο 4,2%, η Βοσνία-Ερζεγοβίνη 3,2%, η Αλβανία 3,9%).

Αυτό είναι το μέλλον της χώρας και του πληθυσμού της, όσο η Ελλάδα παραμένει προσδεμένη, στο ευρώ και την ζώνη του. Η οπισθοδρόμηση, στην κατάσταση μιας τυπικής βαλκανικής χώρας. Αν και δεν αποκλείεται να υπάρξουν, ακόμη, χειρότερες μακροπρόθεσμες προοπτικές, αφού είναι πιθανό η Ελλάδα, με δεδομένο τον ταχύ πληθυσμιακό μαρασμό της και τις συνεχιζόμενες τάσεις αποεπένδυσης, να κυλίσει, στα επίπεδα μιας χώρας της βόρειας, ή και της υποσαχάριας Αφρικής.

Με δεδομένη την ανελαστικότητα του ευρώ και το γεγονός ότι η χώρα δεν ελέγχει την έκδοση και την κυκλοφορία του ευρώ, το οποίο, εξ αιτίας αυτού του λόγου, λειτουργεί, ως ξένο, προς την ελληνική οικονομία, νόμισμα, αλλά και ως ένας, περίπου, παγωμένος και διαρκώς δυσμενής μηχανισμός συναλλαγματικών ισοτιμιών, αυτό που καθίσταται σαφέστερο όλων, όχι μόνο από την νομισματική θεωρία της οικονομικής επιστήμης, αλλά και από την πολύχρονη, πλέον, εμπειρία του ελληνικού ναυαγίου της συνεχιζόμενης και ατελεύτητης μνημονιακής περιόδου, είναι ότι η Ελλάδα, επειδή στερείται ενός εθνικού νομίσματος, το χρειάζεται περισσότερο, από οτιδήποτε άλλο.

Το πραγματικό ερώτημα, που τίθεται, δεν είναι αν η Ελλάδα χρειάζεται την δραχμή, αλλά το ποια δραχμή χρειάζεται. 

Το ερώτημα αυτό δεν είναι μετέωρο, όσο και αν οι, παταγωδώς, αποτυχημένοι «ευρωπαϊστές» μας, προσπαθούν να συσκοτίσουν τους όρους της συζήτησης, προκειμένου να καταστροφολογήσουν, έχει την απάντησή του. Αυτή η απάντηση, επειδή, προφανώς, θέτει το ευρώ, εκτός συζητήσεως, είναι δυσάρεστη, γι’ αυτούς και, ως εκ τούτου, προσπαθούν να αποφύγουν την ουσιαστική συζήτηση των δεδομένων της, σε συνδυασμό, με τις επιτακτικές ανάγκες της ελληνικής οικονομίας, προκειμένου αυτή να εισέλθει, σχεδόν, άμεσα, στην διαδικασία της ταχύρρυθμης οικονομικής ανάπτυξης.

Αυτό που χρειάζεται η χώρα, με δεδομένες τις σύγχρονες τάσεις, στο παγκόσμιο εμπόριο, που προέκυψαν, ως αποτέλεσμα της αποδιοργάνωσης της παγκοσμιοποίησης, δεν είναι, καν, μια δραχμή, με κυμαινόμενη ισοτιμία.

Η Ελλάδα, σε μια πρώτη και απροσδιόριστη, χρονικά, φάση έχει ανάγκη μια δραχμή, της οποίας η ισοτιμία θα προσδιορίζεται, από το ελληνικό κράτος και θα συνδυάζεται, με τους ελέγχους στην κίνηση των κεφαλαίων, προκειμένου να αποφευχθεί η νομισματική κερδοσκοπία.

Αλλά αυτό είναι, που δεν θέλει η εντόπια οικονομική ελίτ, η οποία έχει μάθει να κερδοσκοπεί και να μεταφέρει «τα χρήματά της», στο εξωτερικό. Βέβαια, τελικά, ακόμη και στο καθεστώς του ευρώ, δεν απέφυγε τους ελέγχους, στην κίνηση κεφαλαίων, αν και πάσχισε, επί αρκετά έτη, μετά την ελληνική κρατική χρεωκοπία του Απριλίου του 2010 και την εισαγωγή των Μνημονίων, να αποφύγει αυτή την εξέλιξη, η οποία ήταν αναγκαία, τουλάχιστον, από εκείνη την εποχή, προκειμένου να σταματήσει αυτή η τεράστια διαρροή κεφαλαίων, που είχε σαν αποτέλεσμα την κατάρρευση των τραπεζικών καταθέσεων, από τα 245 δισ. €, που ήσαν τον Δεκέμβριο του 2009, στα 122 δισ. €, τον Ιούνιο του 2015, οπότε και η Ε.Κ.Τ. του Mario Draghi επέβαλε τον έλεγχο, στην κίνηση των κεφαλαίων, ως ποινή για το δημοψήφισμα, που προκήρυξε η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα, για την αποδοχή του σχεδίου του Μνημονίου, που είχαν, επιτακτικά, προτείνει οι ξένοι δανειστές, δια του Jean-Claude Juncker.

Από τότε, το συνολικό ποσόν των καταθέσεων, στο φαληριμένο ελληνικό τραπεζικό σύστημα δεν έχει αλλάξει. Η τεράστια αυτή φυγή των κεφαλαίων έκλεισε και οι τραπεζικές καταθέσεις κυμαίνονται, στα ίδια επίπεδα των 122 με 125 δισ. € (η ανεπίσημη διαφυγή των κεφαλαίων στο εξωτερικό, που δεν περνούν από τα καταστήματα της ελληνικής μπατιροτραπεζοκρατίας, είναι μια άλλη πληγή, η οποία παραμένει χαίνουσα και τα παράγωγα αυτής της πληγής αυτή δεν καταγράφονται, εύκολα).

Αυτό είναι και το τραγικό αστείο της όλης υπόθεσης. Οι εντόπιοι «ευρωπαϊστές», όλων των αποχρώσεων, εφαρμόζουν, με το ευρώ, αυτά που επικαλούνται, ως καταστροφή, εάν η χώρα εγκαταλείψει το ευρώ και την ζώνη του και επιστρέψει, στο εθνικό της νόμισμα.Στην πραγματικότητα το αποκαλούμενο, ως «ελληνικό πρόβλημα», είναι πολύ απλό, στην βάση και στην ουσία του. Και φυσικά, πολύ απλή και η λύση του.

Η ελληνική οικονομία έχει την δική της ιδιοτυπία. Αυτή η ιδιοτυπία, δηλαδή το ελληνικό μοντέλο ανάπτυξης, δεν μπορεί να ταιριάξει, με τις οικονομίες του ευρωπαϊκού βορρά και φυσικά, δεν μπορεί να σταθεί, μέσα στα πλαίσια μιας (οποιασδήποτε) νομισματικής ένωσης, σαν αυτήν της ευρωζώνης.

Ως εκ τούτου, αυτοί που έβαλαν την χώρα μας, στην Ο.Ν.Ε. (Κώστας Σημίτης, Λουκάς Παπαδήμος, Γιάννης Στουρνάρας κλπ), απλώς, εγκλημάτησαν, σε βάρος του ελληνικού πληθυσμού, διότι γνώριζαν αυτή την πραγματικότητα. Βέβαια, την αντιλαμβάνονταν, ως «πρόβλημα», ως «δυσλειτουργία» και ως «διαρθρωτική αδυναμία», για να μιλήσω, με την δική τους κωδικοποιημένη γλώσσα, αλλά αυτό ήταν προϊόν των δικών τους ιδεοληψιών και εξέφραζε, με τον δικό του τρόπο, τα συμφέροντα, που η ελληνική πολιτικοοικονομική ελίτ είχε και δεν ανταποκρινόταν -ούτε και ανταποκρίνεται- στην πραγματικότητα του ελληνικού μοντέλου ανάπτυξης, το οποίο, όπως ήταν αναμενόμενο, κατέστρεψαν, χωρίς, όμως, να το αντικαταστήσουν, με κάποιο άλλο.

Άλλωστε και η γερμανική οικονομία, στο κομμάτι της, που σχετίζεται, με τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και τους αυτοαπασχολουμένους, εμφανίζει τα ίδια, ακριβώς, φαινόμενα, με την ελληνική, αφού και εκεί τα δημόσια έσοδα είναι, αναλογικώς, μικρότερα, από τον τομέα των μεγάλων επιχειρήσεων. Και φυσικά, αυτό δεν είναι, καθόλου, τυχαίο, αφού και εκεί, η φοροδιαφυγή και το παρεμπόριο ανθούν, παρά το γεγονός ότι το γερμανικό κράτος είναι, σαφέστατα, πολύ πιο οργανωμένο, από το ελληνικό).

Η ελληνική οικονομία, ως μια οικονομία, η οποία λειτουργεί, βασιζόμενη στην κοινωνική κυριαρχία των αυτοαπασχολουμένων και των μεσαίων επιχειρήσεων, μπορεί να λειτουργεί, ως μια ελλειμματική οικονομία, στηριζόμενη στην εκτεταμένη φοροδιαφυγή και στην κοπή νομίσματος, προκειμένου να καλυφθούν τα προκύπτοντα ελλείμματα στον κρατικό προϋπολογισμό, τα οποία ελλείμματα καλύπτονταν, με την άσκηση του κρατικού δικαιώματος του seigniorage και τον μαλακό κρατικό δανεισμό, από την εσωτερική χρηματαγορά. Αυτή είναι η πραγματικότητα της ελληνικής οικονομίας και αυτή είναι, η ουσία και η δομή του δικού της μοντέλου οικονομικής ανάπτυξης.

Αυτό το μοντέλο ανάπτυξης, το οποίο όλες τις προηγούμενες δεκαετίες υπήρξε λειτουργικό και αποτελεσματικό, αφού έφερε την χώρα μέσα στις 25, με 30 χώρες με το μεγαλύτερο ΑΕΠ, στον κόσμο, διαταράχθηκε, με την είσοδο της Ελλάδας, στην Ε.Ο.Κ. και κατέρρευσε, λίγα χρόνια, μετά την ένταξη της χώρας, στην διαδικασία της παγκοσμιοποίησης και στην ευρωζώνη, με την εφαρμοσμένη πολιτική του οικονομικού φιλελευθερισμού, στην οποία μετεστράφη το ΠΑΣΟΚ των καταγέλαστων «εκσυγχρονιστών» του Κώστα Σημίτη, αφού υποχρεώθηκε να ακολουθήσει τους κανόνες λειτουργίας των πλεονασματικών οικονομιών του βορρά και παράλληλα, να πληγεί, βαρύτατα, από την αθρόα εισαγωγή των ξένων προϊόντων, που εκτόπισαν τα ελληνικά, μέσα στην ίδια την εσωτερική αγορά της ελληνικής οικονομίας, την ίδια στιγμή, που οι εξαγωγικές της επιδόσεις ήσαν, ούτως, ή άλλως μικρές και τα λεγόμενα μη εμπορεύσιμα αγαθά αποτελούσαν ένα πολύ σημαντικό τμήμα της εσωτερικής ζήτησης.

Από εκεί και πέρα, η ελληνική οικονομία ακολουθώντας (έστω και με το στανιό και με καθυστερήσεις, που απλώς, αργοπόρησαν την καταστροφή, που επήλθε), λόγω της εγγενούς αμεριμνησίας και της αφροσύνης των σύγχρονων γόνων της εντόπιας «ευρωπαϊστικής» πολιτικοοικονομικής ελίτ, τους κανόνες των πλεονασματικών οικονομιών και της παγκοσμιοποίησης, οδηγήθηκε, στην κατάρρευση, όταν απώλεσε το νόμισμά της, την δραχμή, η οποία ήταν και το τελευταίο όπλο και εργαλείο, που της είχε απομείνει, προκειμένου να αντιμετωπίσει το σαρωτικό κύμα του διεθνούς ανταγωνισμού και την διαχείριση του, κατά βάση, εσωτερικού δημόσιου χρέους της, το οποίο μετατράπηκε, σε εξωτερικό, λόγω της κατάργησης της μαλακής δραχμής και την αντικατάστασή της, από το σκληρό ευρώ, αλλά και εξ αιτίας της πώλησης των ελληνικών κρατικών ομολόγων, που διακρατούσε το ελληνικό τραπεζικό σύστημα, στις ξένες τράπεζες και στα διάφορά funds του εξωτερικού.

Έτσι, η μόνη λύση, υπό τις παρούσες συνθήκες (οι οποίες δεν πρόκειται να αλλάξουν, λόγω των συμφερόντων των πλεονασματικών γερμανικών ελίτ), που απομένει, στην ελληνική οικονομία, για να βρει τον δρόμο, προς την, περίπου, άμεση και ταχύρρυθμη οικονομική της ανάπτυξη, είναι η επιστροφή, στο εθνικό νόμισμα, στους ελέγχους της κίνησης των κεφαλαίων, που εκφράζονται σε συνάλλαγμα και η, κρατικά, προσδιορισμένη ισοτιμία της νέας δραχμής.

Η λύση αυτή μπορεί να προκύψει, είτε με συμφωνία, με τους ευρωζωνίτες (οι οποίοι, στο παρελθόν, το 2011 και το 2015, μέσω του Wolfgang Schäuble, πρότειναν, στον Ευάγγελο Βενιζέλο και στον Γιάννη Βαρουφάκη, μια συμφωνημένη έξοδο της Ελλάδας, από την ευρωζώνη, πλην όμως και οι δύο, αφρόνως ποιούντες, την απέρριψαν, χωρίς να μπουν, καν, στην διαδικασία να συζητήσουν την πρόταση), είτε, εν ανάγκη και χωρίς συμφωνία.

Η εναλλαγή, απέναντι, στην επιστροφή στην δραχμή, δεν είναι άλλη, από την παραμονή, στην παρούσα κατάσταση και στην συνέχιση της καταστροφής, μέχρι την πλήρη παρακμή, αφού, όσο και αν οι «ευρωπαϊστές» μας το ονειρεύονται και το προπαγανδίζουν, η ελληνική οικονομία δεν μπορεί να στηριχθεί, στην ανάπτυξη των εξωτερικών επενδύσεων, που δεν θα έλθουν, αλλά στις εσωτερικές δημόσιες και ιδιωτικές επενδύσεις και στην τόνωση της εσωτερικής ζήτησης. Οι αφελείς «ευρωπαϊστές» μας, μέσα στην παρατεταμένη απελπισία τους, μπορεί να περιμένουν τις ανύπαρκτες εξωτερικές επενδύσεις, αλλά θα μείνουν, με την προσμονή.

Δυστυχώς, γι’ αυτούς, μόνο, με τις εσωτερικές ιδιωτικές και κυρίως, με τις δημόσιες επενδύσεις, τις οποίες όλες οι μνημονιακές κυβερνήσεις της τελευταίας εννεαετίας, έχουν κατακρεουργήσει, θα αναταχθούν οι συνολικές επενδύσεις, στην ελληνική οικονομία και από τα 25 δισ. €, που είναι σήμερα, μετά την κατάρρευσή τους, εξ αιτίας της ελληνικής χρεωκοπίας του 2010 και από τις μνημονιακές πολιτικές, θα φθάσουν και θα ξεπεράσουν τα 60 δισ. €, που ήσαν, πριν από έλευση της καταστροφικής κρίσης, στην οποία ρίφθηκε η ελληνική οικονομία.

Δυστυχώς, η εντόπια ελίτ εξακολουθεί, στην μεγάλη πλειοψηφία της, να προτιμά την στασιμότητα. Δηλαδή την συνέχιση της παρούσας καταστροφής.Και αυτό είναι το χειρότερο. Διότι αυτή η πορεία πρέπει να αντιστραφεί.Το πώς μπορεί να γίνει κάτι τέτοιο και με ποιούς, αυτό είναι το ζητούμενο…

από το «https://tassosanastassopoulos.blogspot.com/»

LEAVE A REPLY

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.