Η υποψία ότι, η “ελληνική” κυβέρνηση παρέδωσε τις Μουφτείες της Θράκης στον Ερντογκάν, έναντι της επιστροφής των δύο Ελλήνων στρατιωτικών,αποτελεί πλέον γεγονός, ύστερα από την προσφυγή των Μουφτήδων που έπαυσε η κυβέρνηση στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο και την καταγγελία τους για συναλλαγή τσίπρα με Ερντογκάν.

Με τη φράση “ιστορικά πρωτόγνωρη ενέργεια κατά των εθνικών συμφερόντων της χώρας”, οι νόμιμοι μουφτήδες Ξάνθης και Κομοτηνής Σινίκογλου και Τζεμαλή οι οποίοι παύθηκαν με την τροπολογία που εσπευσμένα εισήγαγε το Υπουργείο Παιδείας στην Βουλή κατηγορούν την κυβέρνηση ότι κινήθηκε σε συνεννόηση με την τουρκική κυβέρνηση και προσφεύγουν στα Ευρωπαϊκά Δικαστήρια με το θέμα να παίρνει πλέον διεθνείς διαστάσεις.

Στην ουσία, οι Μέσο Τζεμαλή και Μεμέτ Εμίν Σινίκογλου κάνουν σαφές ότι η απομάκρυνση τους από τις Μουφτείες Κομοτηνής και Ξάνθης είναι αποτέλεσμα συναλλαγής της Ελληνικής κυβέρνησης με το καθεστώς Ερντογάν και προαναγγέλλουν προσφυγή τους στα Ευρωπαϊκά Δικαστήρια.

Υπάρχει πλέον ο κίνδυνος η Ελλάδα να οδηγείται στα Ευρωπαϊκά Δικαστήρια με αντίδικους τόσο τους ψευδομουφτήδες όσο και τους δυο νόμιμους μουφτήδες που απομακρύνθηκαν από την θέση τους με την τροπολογία  που εισήγαγε όριο ηλικίας, με το επιχείρημα ότι ασκούν και δικαστικά καθήκοντα συνεπώς πρέπει να ισχύσει όριο ηλικίας όπως και στους δικαστικούς.

Η “απόσυρσή” και η παράδοση των Μουφτειών στον Ερντογκάν και μέσω αυτών ο έλγχοες της Δυτικής Θράκης, μεθοδεύτηκε από την  κυβέρνηση, ύστερα από την σύντομη προσωπική συνάντηση που είχε ο Τσίπρας με τον Ερντογκάν στις Βρυξέλες, από την οποία συνάντηση ήταν φανερή η ικανοποίηση του τελευταίου.  Οι νεόι Μουφτήδες είναι προφανές ότι είναι αρεστοί αν δεν έχουν υποδειχτεί από τον νεο-Σουλτάνο.

Από τις αρχές του τρέχοντος  Ιουλίου είχε δοθεί εντολή του πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα και ο υπουργός Παιδείας κ.Κωνσταντίνος Γαβρόγλου είχε απαιτήσει την παραίτηση των νόμιμων μουφτήδων Ξάνθης και Κομοτηνής, κ.κ. Μεχμέτ Εμίν Σινίκογλου και Μέτσο Τζεμαλή αντίστοιχα, προκειμένου ν΄ ανοίξει ο δρόμος για τη διαδοχή τους.

Από τον μουφτή Ξάνθης μάλιστα του ζητήθηκε να υποβάλλει γραπτώς την παραίτησή του σε κατ’ ιδίαν συνάντηση στην Αθήνα με τον υπουργό Παιδείας και τον Διευθυντή του Διπλωματικού Γραφείου του πρωθυπουργού κ.Βαγγέλη Καλπαδάκη.Τόσο ο κ.Σινίκογλου, όσο και ο μουφτής Κομοτηνής κ.Μέτσο Τζεμαλή, αρνήθηκαν υποστηρίζοντας πως η θητεία τους λήγει το 2021, και πως απόπειρα παύσης τους θα ισοδυναμούσε με νομικό πραξικόπημα.

Έτσι η κυβέρνηση προχώρησε στην παύση τους μέσω υποχρεωτικής συνταξιοδότησης, ορίζοντας πλέον πως οι εκάστοτε επικεφαλής των τριών Μουφτειών Ξάνθης, Κομοτηνής και Διδυμότειχου αποχωρούν υποχρεωτικά από τη θέση τους, με τη συμπλήρωση του 67ου έτος της ηλικίας τους, όπως συμβαίνει δηλαδή με τους δικαστικούς.

Σημειώνεται ότι, ο ρόλος των Μουφτήφων δεν μόνο θρηδκευτικός αλλά έχει σημαντικές κοινωνικές και πολιτικές προεκτάσεις αφού, είναι εκείνοι που επιλύουν ακόμα και δικαστικές διαφορες μεταξύ των Μουσουλμάνων. Επιπρόσθετη παραχώρηση της Δυτικής Θράκης στις ορέξεις του Ερντογκάν είναι και η πρόσφατη απόφαση της έκδοσης των αποφάεσεων των Μουφτήδων στα τουρκικά.

Παρατίθεται εδώ η επιστολή των δυο πρώην μουφτήδων όπως δημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα tourkikanea.gr.

«Η κυβέρνηση αποφάσισε πρόσφατα, όπως είναι ευρύτερα γνωστό, την παύση από τα καθήκοντά μας ως θρησκευτικών λειτουργών της Μουσουλμανικής Θρησκευτικής Κοινότητας της πατρίδας μας. Τα καθήκοντά μας, που ασκούμε επί δεκαετίες, ως διακονία και όχι ως προς κατ’ εξουσιασμό των ομοθρήσκων μας, χάριν των συμφερόντων της μουσουλμανικής μειονότητας και της Πατρίδας μας.

Πρόκειται για ιστορικά πρωτόγνωρη ενέργεια, η οποία θέτει σε σοβαρή διακινδύνευση τα εθνικά συμφέροντα στην ευαίσθητη περιοχή της Θράκης, ενώ παράλληλα παραβιάζει, κατά την άποψή μας, ευθέως τη θρησκευτική ελευθερία της Μουσουλμανικής Θρησκευτικής Κοινότητας. Η καθαίρεσή μας αποτελεί, δίχως αμφιβολία, προϊόν διαπραγμάτευσης της Κυβέρνησης με την ηγεσία της γειτονικής χώρας και αποτελεί απαράδεκτο συμβιβασμό που υπονομεύει το εθνικό συμφέρον.

Τις πολιτικά και θρησκευτικά ανεπίτρεπτες αυτές αποφάσεις για την απόλυσή μας αναγκαστήκαμε να προσβάλουμε, μέσω ειδικευμένης στα αντικείμενα αυτά Δικηγορικής Εταιρείας, ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας με άσκηση αιτήσεων ακυρώσεως.

Είμαστε εξάλλου υποχρεωμένοι να αναδείξουμε το ζήτημα στα αρμόδια όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεδομένου ότι η παύση μας προσβάλλει, επιπλέον, κατά την ορθότερη άποψη, το ενωσιακό δίκαιο και κυρίως την Οδηγία 2000/78/ΕΚ για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία».

LEAVE A REPLY

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.