Οι δύο χώρες που τελικά τα έχουν καταφέρει, όσον αφορά το μηδενισμό των δομικών ελλειμμάτων τους,  δεν είναι άλλες από τη Γερμανία και την Ελλάδα – την πατρίδα μας που μπορεί μεν να τη χρεοκοπήσει ξανά το πείραμα, αλλά αποτελεί μετά το 2016 τον υποδειγματικό μαθητή της Γερμανίας.

«Έχω την εντύπωση πως στο τέλος θα μείνουμε εμείς και η Γερμανία στο ευρώ – ο ένας γιατί έχει εγκλωβιστεί και απονεκρωθεί, ενώ ο άλλος γιατί είναι αχόρταγος και δεν θέλει να χάσει την πηγή του πλούτου του«.

Ανάλυση

Το 1991 οι συνολικές δαπάνες του ιταλικού δημοσίου (=κοινωνικές παροχές, μισθοί δημοσίων υπαλλήλων, κρατικές επενδύσεις, τόκοι δανείων) ήταν στα 12.500 € ανά άτομο – ενώ σήμερα, σχεδόν τριάντα χρόνια μετά, είναι μόλις 13.000 € ανά άτομο. Αντίθετα, στη Γερμανία αυξήθηκαν από τα 11.800 € στα 15.000 € και στη Γαλλία από 12.600 € στα 18.000 €.

Η Ιταλία κάνει οικονομία λοιπόν για τρεις περίπου δεκαετίες, χωρίς όμως να μπορεί να μειώσει το δημόσιο χρέος της – το οποίο δημιουργήθηκε τη δεκαετία του 1980, μεταξύ άλλων λόγω των υψηλών επιτοκίων δανεισμού της (ακριβώς όπως συνέβη με την Ελλάδα). Ειδικότερα, μέσα σε δέκα χρόνια εκτοξεύθηκε από το 60% του ΑΕΠ της στο 120% (γράφημα), μειώθηκε μετά την είσοδο της στην Ευρωζώνη στο 100% έως το 2007, ενώ έκτοτε άρχισε ξανά να αυξάνεται – ως αποτέλεσμα της σκληρής πολιτικής λιτότητας μετά το 2011, λόγω της οποίας έχει υπερβεί το 130% του ΑΕΠ της.

Στα πλαίσια αυτά, ακόμη και ένας άσχετος κατανοεί αμέσως πως η οικονομία, η λιτότητα, τα λιγότερα έξοδα δηλαδή του κράτους, δεν βοηθούν – αν και δυστυχώς ούτε η ελληνική κυβέρνηση, ούτε η αξιωματική αντιπολίτευση το καταλαβαίνουν. Θα μπορούσε βέβαια να ισχυρισθεί κανείς πως δεν είναι οι μοναδικοί, αφού η Κομισιόν έχει την ίδια άποψη – εάν δεν γνώριζε πως από πίσω κρύβεται η Γερμανία, η οποία ωφελείται τα μέγιστα από τη λιτότητα των «φυλακισμένων» εταίρων της (ανάλυση).

Σε κάθε περίπτωση η Ιταλία δεν έχει πρόβλημα με τα έξοδα της, αλλά με τα έσοδα – αφού η οικονομία της είναι στάσιμη για σχεδόν είκοσι χρόνια, αδυνατώντας να αναπτυχθεί μετά την είσοδο της στην Ευρωζώνη. Την ίδια χρονική περίοδο, η γερμανική οικονομία (ΑΕΠ) αυξήθηκε κατά 30% – οπότε, εάν η Ιταλία αναπτυσσόταν ανάλογα, το δημόσιο χρέος της θα ήταν σήμερα κάτω από το 100% του ΑΕΠ της. Έτσι η χώρα έχει οδηγηθεί στον κύκλο του διαβόλου – με την έννοια πως αφού το χρέος της είναι υψηλό, πρέπει να κάνει οικονομία, ενώ επειδή κάνει οικονομία δεν αναπτύσσεται και τα χρέη της αυξάνονται περισσότερο.

Ακόμη χειρότερα, τα προβλήματα της επιδεινώθηκαν όταν μετά τις 21 Ιουλίου του 2011 τα επιτόκια της εκτοξεύθηκαν ξαφνικά, λόγω του ότι είχαν ξεκινήσει οι συζητήσεις για τη διαγραφή του ελληνικού χρέους – χωρίς τότε να επέμβει καθόλου η ΕΚΤ, όπως το 2012, όπου όμως ήταν ήδη πολύ αργά για την Ιταλία. Εκτός του ότι αύξησαν το έλλειμμα της, οπότε το χρέος της στο 123% και σήμερα στο 132% του ΑΕΠ της (σε απόλυτο μέγεθος από 1,6 τρις $ το 2008 σχεδόν στα 2,4 τρις $ σήμερα, πηγή), τη βύθισαν σε ύφεση και προκάλεσαν πολύ μεγάλα προβλήματα στον τραπεζικό της τομέα – με αποτέλεσμα να είναι πια σε δυσμενέστερη θέση, από ότι η Ελλάδα το 2010 (αν και έχει πλεονάσματα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, πρωτογενή πλεονάσματα στον προϋπολογισμό και πολύ μεγάλο εσωτερικό δανεισμό που όμως δεν της επιτρέπει τη στάση πληρωμών).

Περαιτέρω, ενώ η Ευρώπη κάνει οικονομία μέχρι θανάτου και είναι κατά πολύ φτωχότερη από τις Η.Π.Α. (το μέσο κατά κεφαλήν εισόδημα της Ευρωζώνης υπολογίζεται με ισοτιμία ευρώ-δολαρίου στο 1,14 στα 34.000 €, ενώ των Η.Π.Α. στα 55.000 € – άρα είναι κατά 38% περίπου χαμηλότερο), ο ρυθμός ανάπτυξης της είναι σημαντικά χαμηλότερος και η μέση ανεργία στο 8,1% – όταν των Η.Π.Α. μόλις 3,7%.

Ως εκ τούτου η Fed αφενός μεν σταμάτησε από το 2014 τα πακέτα ποσοτικής χαλάρωσης (QE), αφετέρου αυξάνει συνεχώς τα επιτόκια για να ομαλοποιήσει τη νομισματική πολιτική – ενώ η ΕΚΤ στην πραγματικότητα αδυνατεί, αφού είναι αντιμέτωπη με έναν «δομικό πληθωρισμό» της τάξης του 1,1% και με πολύ χαμηλό ρυθμό ανάπτυξης. Το γεγονός αυτό τεκμηριώνει πως το οικονομικό μοντέλο της Ευρώπης είναι λανθασμένο –  αφού οι κανόνες του απαιτούν από όλα σχεδόν τα κράτη-μέλη μία μακροχρόνια λιτότητα που δεν αφήνει χώρο για επενδύσεις και ανάπτυξη.

Ουσιαστικά υποχρεώνει τους πάντες να κάνουν οικονομία, έως ότου γίνουν όλοι φτωχοί – ενώ δίνει πολύ μεγάλη σημασία στα χαμηλά κρατικά ελλείμματα και στη μείωση των δημοσίων χρεών (που δυστυχώς επιτυγχάνεται εις βάρος των ιδιωτικών χρεών), αλλά σχεδόν καμία σημασία στην επιτάχυνση της ανάπτυξης. Χωρίς ανάπτυξη όμως, χωρίς πληθωρισμό ή χωρίς διαγραφές, τα χρέη ως προς το ΑΕΠ είναι αδύνατον να μειωθούν – με κυριότερο παράδειγμα την Ιταλία που προσπαθεί ανεπιτυχώς επί τριάντα συνεχή χρόνια, παρά την ισχυρή βιομηχανία της, τις εξαγωγές της κοκ.

Συνεχίζοντας, εάν η ΕΚΤ δεν είχε βοηθήσει με την χαλαρή πολιτική της, τότε η κατάσταση της Ευρώπης θα ήταν πολύ χειρότερη – κάτι που όμως έχει τα όρια του, θυμίζοντας την εξής γερμανική παροιμία: «Μπορείς να οδηγήσεις τα άλογα στην ποτίστρα, αλλά νερό πρέπει να πιούν μόνα τους». Με απλά λόγια, το οικονομικό περιβάλλον της Ευρωζώνης θα έπρεπε να είναι τέτοιο, ώστε τα περισσότερα και φθηνότερα χρήματα να οδηγούν σε αύξηση των επενδυτικών δαπανών – γεγονός που σημαίνει πως τα μέτρα της ΕΚΤ εξουδετερώνονται, από την πολιτική λιτότητας που επιβάλλει μείωση των δαπανών!

Από οικονομικής πλευράς πάντως δεν υπάρχει τίποτα πιο λογικό και φυσιολογικό από τη λήψη δανείων, τουλάχιστον για τη διεξαγωγή κρατικών επενδύσεων, όπως έχουμε ήδη αναλύσει (πηγή) – ενώ τίποτα χειρότερο από αυτό που διαφαίνεται στον ελληνικό προϋπολογισμό του 2019, όπου για να μη μειωθούν οι συντάξεις περιορίσθηκε το πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων, υπονομεύοντας το μέλλον όλων μας και ειδικά των παιδιών  μας.

Επομένως, για εκείνο το χρονικό διάστημα που ο δανεισμός θεωρείται de factoεπικίνδυνος, ανεξάρτητα από το πού θα χρησιμοποιηθεί, η Ευρωζώνη θα οδηγείται όλο και πιο κοντά στη διάλυση της – την οποία θα πληρώσει πανάκριβα η Γερμανία που επιβάλλει ύπουλα αυτήν την πολιτική, προφανώς για να αδυνατίσει τους εταίρους της και να κυριαρχήσει οικονομικά στην Ευρώπη. Χωρίς δανεισμό πάντως δεν λειτουργεί ούτε η πραγματική οικονομία – δεν αγοράζονται σπίτια από τα νοικοκυριά, ούτε μηχανήματα από τις επιχειρήσεις, οπότε καταρρέουν τα πάντα όπως διαπιστώνεται ξεκάθαρα στην Ελλάδα.

Το δομικό έλλειμμα

Συνεχίζοντας, όπως φαίνεται από το γράφημα που ακολουθεί, οι δύο μεγαλύτερες χώρες του ΟΟΣΑ, οι Η.Π.Α. και η Ιαπωνία, δεν ακολουθούν την ίδια πολιτική – με στόχο την εξαφάνιση των «δομικών» ελλειμμάτων τους, όπως η Ευρωζώνη. Εν τούτοις, αντιμετωπίζονται από τους επενδυτές ως «σίγουρα λιμάνια», με αποτέλεσμα να ανατιμούνται τα νομίσματα τους σε σχέση με το ευρώ – κάτι που εξυπηρετεί μόνο τη Γερμανία στην Ευρωζώνη, επειδή το οικονομικό της μοντέλο εξαρτάται απόλυτα από τις εξαγωγές (50% του ΑΕΠ της), οπότε από ένα υποτιμημένο νόμισμα. Παρά το ότι λοιπόν αυξάνονται τα χρέη τους σε απόλυτο μέγεθος, (των Η.Π.Α. από τα 8 τρις $ περίπου το 2008 στα 22 τρις $ σήμερα – πηγή), οι αγορές τις εμπιστεύονται.

Από την άλλη πλευρά, κανένας δεν γνωρίζει το μέγεθος του πραγματικού δομικού ελλείμματος μίας χώρας – αν και από το γράφημα του ΔΝΤ συμπεραίνεται πως η Ευρωζώνη ως σύνολο τα έχει σχεδόν καταφέρει. Ούτε η Γαλλία, ούτε η Ιταλία τα κατάφεραν, υπενθυμίζοντας πως ο προϋπολογισμός της Ιταλίας, με έλλειμμα κάτω από τον κανόνα του Μάαστριχτ (3%), στο 2,4% απορρίφθηκε – επειδή με βάση την αυθαίρετη συμφωνία που επέβαλλε ο κ. Σόιμπλε το 2013, το δομικό έλλειμμα δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει το 0,5%.

Οι δύο χώρες που τελικά τα έχουν καταφέρει δεν είναι άλλες από τη Γερμανία και την Ελλάδα, με πρωτογενές πλεόνασμα στο 4,4% – ένα κράτος που μπορεί μεν να χρεοκοπήσει ξανά, αλλά αποτελεί έναν υποδειγματικό μαθητή της Γερμανίας. Με βάση πάντως τη γερμανική θεωρία, το δομικό έλλειμμα εξαρτάται από τα μεγέθη του προϋπολογισμού, καθώς επίσης από τις δυνατότητες της οικονομίας να αναπτύσσεται με γρήγορο ρυθμό – όπου εάν υποθετικά από τα μέσα του 2009 το δομικό έλλειμμα αυξανόταν μόλις κατά 0,9%, τότε ακόμη και μία μέτρια άνοδος του ΑΕΠ θα οδηγούσε γρήγορα σε μία υψηλή αξιοποίηση του δυναμικού της οικονομίας.

Χωρίς να επεκταθούμε σε λεπτομέρειες, αφού πρόκειται για ένα εξαιρετικά πολύπλοκο θεώρημα που μέλει να αποδειχθεί στην περίπτωση του ελληνικού πειραματόζωου, ελάχιστοι θεωρούν πως έχει οικονομική λογική – ενώ φυσικά δεν είναι δυνατόν να θεραπευθούν με αυτόν τον τρόπο οι διαφορές που έχουν δημιουργηθεί εντός της νομισματικής ένωσης. Για παράδειγμα οι τεράστιες αποκλίσεις των πραγματικών ισοτιμιών του ευρώ των τριών μεγαλυτέρων χωρών της (γράφημα) – με την απόσταση της Ιταλίας από τη Γερμανία να υπερβαίνει το 20%, καταβαραθρώνοντας την ανταγωνιστικότητα της πρώτης (κάτι που ασφαλώς είναι προς το συμφέρον της Γερμανίας, αφού η Ιταλία είναι ο μεγαλύτερος ευρωπαϊκός ανταγωνιστής της βιομηχανίας της).

Επίλογος

Ολοκληρώνοντας, φαίνεται καθαρά πως ο ευρωπαϊκός κύκλος του διαβόλου θα καταστρέψει τη μία χώρα πίσω από την άλλη – ενώ το μεγάλο πρόβλημα θα φανεί όταν ξεσπάσει η επόμενη παγκόσμια ή/και ευρωπαϊκή κρίση, η οποία δεν απέχει πολύ.

Για την Ελλάδα βέβαια που η αυστηρή πολιτική λιτότητας γερμανικών προδιαγραφών είχε ως αποτέλεσμα την κατάρρευση των πάντων, ενώ βρίσκεται εκτός αγορών, με τις τράπεζες της στην άκρη του γκρεμού, η δοκιμασία θα είναι πολύ πιο επώδυνη – με τη χρεοκοπία 2.0 προ των πυλών.

The Analyst

LEAVE A REPLY

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.