Δηµήτρης Κ. Αποστολόπουλος

Εισαγωγή. Το τραύµα του Πολέµου και της γερµανικής κατοχής

Στο πλαίσιο της οικονοµικής και ευρύτερης κρίσης των τελευταίων ετών, µε την Ελλάδα να
προβάλλεται ως ο «φτωχός συγγενής» και το «µαύρο πρόβατο» της Ευρώπης και η Γερµανία ως ισχυρός παίκτης µε πρωταρχικό (και για κάποιους αυταρχικό) ρόλο στις εξελίξεις, η διερεύνηση της συνέχειας στη σχέση Ελλήνων-Γερµανών µετά το Β΄ Παγκόσµιο Πόλεµο αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον, την ώρα µάλιστα που η σηµερινή διαρκής αναφορά στην κυβέρνηση του Βερολίνου έχει πολλές φορές προεκτάσεις στο παρελθόν της γερµανικής κατοχής. Στη µελέτη αυτή υποστηρίζεται ότι µετά το σοκ που προκάλεσε στη συναναστροφή Ελλήνων και Γερµανών η γερµανική εισβολή του Απριλίου 1941 και τα τριάµισι χρόνια κατοχής κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσµίου Πολέµου, από τη δεκαετία του 1950 οικοδοµήθηκε σε νέες βάσεις µία στενή σχεδόν αδιατάρακτη σχέση, µε µηδαµινές
ασυνέχειες.

Η ναζιστική κατοχή 1941-44 αποτελεί ασφαλώς τη µεγαλύτερη ρήξη στη σχέση
µεταξύ Ελλάδας και Γερµανίας στη νεότερη ιστορία. Τα στρατιωτικά αντίποινα, καθώς και η
οικονοµική εξαθλίωση και η πείνα, που ήλθαν ως αποτέλεσµα της εκµετάλλευσης της χώρας
από τις δυνάµεις κατοχής θα παρέµεναν για δεκαετίες στη µνήµη των Ελλήνων. Εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους, ενώ όταν οι Γερµανοί αποχώρησαν από τη χώρα το φθινόπωρο του 1944, εκατοντάδες χωριά και επαρχιακές πόλεις ήταν ολοκληρωτικά κατεστραµµένες, ένα εκατοµµύριο πολίτες ήταν άστεγοι, λειτουργούσε µόνο το ¼ του σιδηροδροµικού δικτύου και όλες οι δηµόσιες υποδοµές, µεταξύ των οποίων τα τόσο σηµαντικά για τη χώρα λιµάνια, είχαν υποστεί µεγάλες ζηµιές.

1.Η πρώτη µεταπολεµική περίοδος
Ωστόσο, αυτή η κληρονοµιά του Β΄ Παγκοσµίου Πολέµου δεν κράτησε µακριά την Ελλάδα
από τη Γερµανία στα µεταπολεµικά χρόνια. Καθοριστικό ήταν ότι και τα δύο κράτη
βρέθηκαν στο ίδιο στρατόπεδο, αυτό του δυτικού συνασπισµ
γραµµή της αντιπαράθεσης µε τον αντίπαλο σοβιετικό κόσµο, στο πλαίσιο του Ψυχρού
Πολέµου.

Ταυτόχρονα, οι διµερείς σχέσεις επηρεάζονταν καθ’ όλη τη διάρκεια της πρώτης
µεταπολεµικής περιόδου υπό την κυριαρχία των οικονοµικών συµφερόντων των δυο
χωρών. Η καταστροφή της Ελλάδας και η ανοικοδόµησή της προώθησε ιδιαιτέρως τη
σταδιακή και συνεχή ανάπτυξη των ελληνογερµανικών επαφών. Η Γερµανία αποτελούσε
δυνατό εµπορικό προµηθευτή και µπορούσε να υποστηρίξει την Ελλάδα στην εκµετάλλευση
πρώτων υλών και στη δηµιουργία βιοµηχανικής και δηµόσιας υποδοµής. Αν και για τη
Γερµανία οι οικονοµικές παράµετροι των σχέσεων ήταν ιδιαίτερα ελκυστικές, µια και η
βιοµηχανία της (που βρισκόταν και αυτή σε φάση ανάρρωσης) εξοικονοµούσε οφέλη από την ελληνική ανοικοδόµηση, πρώτη προτεραιότητα της Βόννης δεν ήταν τα οικονοµικά
συµφέροντα.

Οι δυτικογερµανικές κυβερνήσεις έβλεπαν στην Ελλάδα εξαιτίας γεωπολιτικών,
γεωστρατηγικών και ιδεολογικών λόγων έναν «ακρογωνιαίο λίθο του ΝΑΤΟ», µια έπαλξη
απέναντι στον κοµµουνισµό. Για τη Βόννη προέκυπτε µάλιστα και το ανεκτίµητο
πλεονέκτηµα, ότι όλες οι ελληνικές µεταπολεµικές κυβερνήσεις (Αλέξανδρου Παπάγου,
Κωνσταντίνου Καραµανλή, Γεωργίου Παπανδρέου) υποστήριζαν χωρίς επιφύλαξη σε διεθνές
επίπεδο την οµοσπονδιακή κυβέρνηση στο Γερµανικό Ζήτηµα.

2.Πολύ νωρίς µετά τον πόλεµο η Δυτική Γερµανία θέλησε να δείξει στην πράξη την
καλή της θέληση, προκειµένου οι παλιοί εχθροί, µεταξύ των οποίων και η Ελλάδα, να
µπορέσουν να ξεχάσουν τις φρικαλεότητες του πολέµου. Δεν ήταν τυχαίο, ότι µια από τις έξι
πρώτες διπλωµατικές αποστολές που έστειλε η νεοσύστατη Οµοσπονδιακή Δηµοκρατία της
Γερµανίας έφτανε στα τέλη του 1950 στην Αθήνα. Λίγο νωρίτερα τον Οκτώβριο του 1950 ο
αντιπρόεδρος της ελληνικής κυβέρνησης, Γεώργιος Παπανδρέου, είχε επισκεφθεί τη Δυτική
Γερµανία στο πλαίσιο γενικότερων οικονοµικών επαφών και ειδικότερα προκειµένου να
ξανακερδίσουν τα ελληνικά καπνά την παραδοσιακή τους θέση στη γερµανική αγορά.

3.Τρία χρόνια αργότερα, στις 11 Νοεµβρίου 1953 υπογράφτηκε η πρώτη µεταπολεµική
ελληνογερµανική σύµβαση για οικονοµική συνεργασία, µε την οποία θα άρχιζαν γερµανικές
εταιρίες να συµµετέχουν στην ανοικοδόµηση της ελληνικής οικονοµίας (εκµετάλλευση 2 (Apostolopoulos 2004, 136). 3 (Εµπορική Συµφωνία, στη γερµανική γλώσσα – Abkommen über den Warenverkehr zwischen der Bundesrepublik Deutschland und dem Königreich Griechenland und Protokoll zum Abkommen über den Warenverkehr zwischen der Bundesrepublik Deutschland und dem Königreich Griechenland, στο Πολιτικό
Αρχείο του Γερµανικού Υπουργείου των Εξωτερικών – Politisches Archiv des Auswärtigen Amtes / στο εξής:
PA AA, Ref. 304, Bd. 891) και (Υπόµνηµα της Ελληνικής Πρεσβείας στη Βόννη – Aide-Mémoire, 15. Oktober 1951 seitens der griechischen Botschaft in Bonn, στο: PA AA, Bestand B2).κοιτασµάτων λιγνίτη στην Πτολεµαΐδα, δηµιουργία διυλιστηρίων πετρελαίου κλπ.)

4. Την άνοιξη του επόµενου έτους (Μάρτιος 1954) ο καγκελάριος Κόνραντ Άντεναουερ (Konrad Adenauer) ήταν ο πρώτος Γερµανός κυβερνήτης που επισκέφτηκε την Ελλάδα.
5 Την επίσκεψη του Άντεναουερ ανταπέδωσε λίγους µήνες αργότερα ο Έλληνας πρωθυπουργός,στρατηγός Αλέξανδρος Παπάγος, ο οποίος µάλιστα το 1943 είχε ο ίδιος µεταφερθεί αιχµάλωτος και φυλακιστεί στα στρατόπεδα συγκέντρωσης Φλόσενµπουργκ (Flossenburg) και Νταχάου (Dachau). 6 Δέκα µόλις χρόνια µετά τη λήξη της γερµανικής κατοχής διαφαίνονταν ξεκάθαρα από ελληνικής πλευράς, τουλάχιστον από τους συντηρητικούς πολιτικούς κύκλους και το παλάτι, οι συµπάθειες προς τη Γερµανία παρά το πρόσφατο ακόµα τότε παρελθόν του πολέµου.

Η ανταλλαγή επισκέψεων, που συνεχίστηκε µε την επίσκεψη του Γερµανού Προέδρου
Τέοντορ Χόυς (Theodor Heuss) στην Ελλάδα και την σε ανταπόδοση αυτής επίσκεψη του
ελληνικού βασιλικού ζεύγους στη Γερµανία το 1956, έδειχνε ξεκάθαρα, ότι στο επίπεδο
τουλάχιστον των πολιτικών ελίτ οι µεταπολεµικές διµερείς σχέσεις είχαν βελτιωθεί αισθητά.
Το ίδιο έτος (17 Μαΐου 1956) υπογράφτηκε ελληνογερµανική συµφωνία µε την οποία
ξανάρχισαν επισήµως οι πολιτισµικές διµερείς σχέσεις, που είχαν διακοπεί από τον πόλεµο.
Το σύµφωνο ρύθµιζε µεταξύ άλλων τις δυνατότητες εργασίας του Γερµανικού
Αρχαιολογικού Ινστιτούτου στην Αθήνα, την επαναλειτουργία των Γερµανικών Σχολών σε
Αθήνα και Θεσσαλονίκη, καθώς και την άδεια λειτουργίας πολιτισµικών ινστιτούτων και στις
δύο χώρες.

7.Είναι βέβαιο, ότι η συµπόρευση των δύο χωρών δεν θα ήταν εφικτή, αν δεν υπήρχαν
συγκεκριµένες προϋποθέσεις, όπως η προσκόλληση στη Δύση και η πίστη στην Ευρωπαϊκή
Ιδέα, οι οποίες επηρέασαν σε µεγάλο βαθµό τις σχέσεις τους. Το Γερµανικό Ζήτηµα και η
σύγκρουση των δύο αντίπαλων συνασπισµών βρίσκονταν στο επίκεντρο της διεθνούς
πολιτικής και αυτή η ατµόσφαιρα θα επηρέαζε έντονα τις ελληνογερµανικές σχέσεις. Η
Ελλάδα έγινε µέλος του ΝΑΤΟ το 1952 – µαζί µε την Τουρκία, κατά το δεύτερο κύµα της
διεύρυνσης της Συµµαχίας – προκειµένου να αντιµετωπίσει τον «κοµµουνιστικό κίνδυνο»,
αλλά και η Δυτική Γερµανία επωφελήθηκε από την κλιµάκωση της αντιπαράθεσης

4 (Ανακοίνωση της Υπηρεσίας Τύπου και Πληροφοριών της Οµοσπονδιακής Κυβέρνησης – Τίτλος:Deutsch-griechisches Abkommen unterzeichnet. Deutsche Industrie beteiligt sich an der Verwirklichung des griechischen Aufbauplans, στο: Bulletin des Presse- und Informationsamtes der Bundesregierung, 13. November 1953).

5 (Bulletin des Presse- und Informationsamtes der Bundesregierung, 11.3.1954, Nr. 47, σελ. 377). 6 (Bulletin des Presse- und Informationsamtes der Bundesregierung, 30.6.1954, Nr. 118, σελ. 1059) και
(Diplomatische Korrespondenz, Jahrgang IV, Nr. 37, 8.7.1954).

7 (Κείµενο της Συµφωνίας στη γερµανική γλώσσα – Text des Kulturabkommens von 1956, στο: Jahrbuch der
auswärtigen Kulturbeziehungen 1964, σελ. 76-78).
ανατολικού-δυτικού µπλοκ και δείχνοντας πίστη στον «ελεύθερο» κόσµο εισήλθε στο ΝΑΤΟ
το 1955, κερδίζοντας – µία µόλις δεκαετία µετά τη λήξη του πολέµου – και την εθνική της
κυριαρχία, η οποία µέχρι τότε περιοριζόταν αυστηρά από το καθεστώς της συµµαχικής
κατοχής. Δύο χρόνια αργότερα (1957) η Γερµανία του Κόνραντ Άντεναουερ θα γινόταν ένα
από τα έξι ιδρυτικά µέλη της ΕΟΚ.

Ήταν η περίοδος, κατά την οποία ο τότε Έλληνας πρωθυπουργός, Κωνσταντίνος
Καραµανλής, θεώρησε αναγκαία τη συνεργασία µε την Οµοσπονδιακή Δηµοκρατία της
Γερµανίας, αναγνωρίζοντάς την ως µεγάλη δύναµη – τουλάχιστον οικονοµική – στην καρδιά
της Ευρώπης και θέλοντας να εξαργυρώσει το ρόλο της Ελλάδας, ως πιο προωθηµένου στην
Ανατολή «προµαχώνα» του «ελεύθερου κόσµου».

Τη µεγαλύτερη τοµή στις µεταπολεµικές ελληνογερµανικές σχέσεις αποτελεί η
επίσκεψη του Καραµανλή στη Βόννη (Νοέµβριος 1958), η οποία αποτέλεσε µεγάλη επιτυχία
στο οικονοµικό επίπεδο, µε τη χορήγηση δανείου ύψους 200 εκ. µάρκων και την παροχή
επενδύσεων (ύψους 100 εκ.) και επιπλέον τεχνικής βοήθειας. Με αυτή τη βοήθεια προς την
Ελλάδα η γερµανική κυβέρνηση θέλησε να ενισχύσει τη δεξιά κυβέρνηση Καραµανλή, η
οποία βρισκόταν σε δύσκολη θέση και αποµόνωση λόγω του Κυπριακού. Γι’ αυτό και για
πρώτη φορά και παρά την αντίδραση του υπουργού των οικονοµικών χορηγήθηκε πίστωση
καλυπτόµενη από τον οµοσπονδιακό προϋπολογισµό. Έτσι, δηµιουργήθηκε για την Ελλάδα η
προοπτική να µετριάσει κάπως την οικονοµική και ταυτόχρονα πολιτική εξάρτηση από τις
Η.Π.Α.

8.Το ζήτηµα των εγκληµατιών πολέµου και των πολεµικών αποζηµιώσεων
Οι διαπραγµατεύσεις του 1958 επιβεβαίωσαν ότι Ελλάδα και Γερµανία εναρµονίζονταν σε
επίπεδο ιδεολογικοπολιτικό και εγκαινίασαν µια νέα φάση στις διµερείς σχέσεις, όχι µόνο
λόγω της οικονοµικής ενίσχυσης που σήµαινε πολλά για την Αθήνα, την ώρα που άλλες
δυτικές Δυνάµεις της γύριζαν την πλάτη λόγω του Κυπριακού, αλλά και γιατί το θέµα των
εγκληµατιών πολέµου και η επίκαιρη τότε υπόθεση Μέρτεν ξεκαθαρίστηκαν οριστικά
κλείνοντας αυτό το κεφάλαιο της αντιπαράθεσης µε το πολεµικό παρελθόν. Δύο µήνες µετά
την επίσκεψή του στη Γερµανία ο Καραµανλής, παρά τις αντιδράσεις στο εσωτερικό πολιτικό 8 (Apostolopoulos 2004, 77), («Ανακοινωθέν επί τη επισκέψει του Έλληνος πρωθυπουργού», Νοέµβριος 1958,
στο: Ίδρυµα Κωνσταντίνος Καραµανλής, Αρχείο Κωνσταντίνου Καραµανλή, Φάκελος 7Α/001046) και (Bulletin
des Presse- und Informationsamtes der Bundesregierung, 12.11.1958, Nr. 210, σελ. 2085).
σκηνικό, πέρασε νόµο στην ελληνική Βουλή, µε τον οποίο η ελληνική πλευρά παραιτούνταν
από τη δίωξη εγκληµατιών πολέµου.

9.Σε αντίθεση µε το θέµα των εγκληµατιών πολέµου, η γερµανική πλευρά δεν
κατάφερε, όπως ήταν προγραµµατισµένο, κατά την επίσκεψη Καραµανλή το 1958, να
αποσπάσει από τον Έλληνα πρωθυπουργό την υπόσχεσή του για µια οριστική παραίτηση της
ελληνικής πλευράς από τις αξιώσεις για πολεµικές αποζηµιώσεις.

10.Η προβληµατική των πολεµικών αποζηµιώσεων είχε απασχολήσει από τα πρώτα
µεταπολεµικά χρόνια τις ελληνικές κυβερνήσεις και φυσικά τη δηµοσιότητα. Οι απαιτήσεις
της ελληνικής πλευράς από το Β΄ Παγκόσµιο Πόλεµο, όπου σηµαντικό ρόλο έπαιζαν οι
πιστώσεις, τις οποίες έλαβε το Τρίτο Ράιχ από την Τράπεζα της Ελλάδος κατά τη διάρκεια
της κατοχής (το γνωστό κατοχικό δάνειο), απορρίπτονταν συνεχώς από τη γερµανική πλευρά
µε την υπόδειξη του συµφώνου του Λονδίνου της 27ης Φεβρουαρίου 1953, το οποίο
απάλλασσε τη Γερµανία από την καταβολή πολεµικών αποζηµιώσεων από τον Β΄ Παγκόσµιο
Πόλεµο µέχρι την οριστική ρύθµιση του Γερµανικού Ζητήµατος (µέχρι δηλαδή τη γερµανική
επανένωση).

11.Μοναδική εξαίρεση στο ζήτηµα των αποζηµιώσεων αποτελεί η Συµφωνία της 18ης
Μαρτίου 1960, µε την οποία η γερµανική κυβέρνηση διέθεσε στην Ελλάδα – ως «εθελούσια
επανόρθωση» και όχι ως πολεµική αποζηµίωση για να µη δηµιουργηθεί προηγούµενο – το
συµβολικό ποσό των 115 εκ. µάρκων ως παροχή αποκλειστικά στα θύµατα του ναζισµού
(κυρίως προς Έλληνες πολίτες εβραϊκής καταγωγής).12
Η σύνδεση της Ελλάδας µε την ΕΟΚ.

Από τη δεκαετία του 1960 (και µέχρι σήµερα) οι ελληνογερµανικές σχέσεις
εξελίσσονται στο πλαίσιο της ενωµένης Ευρώπης. Όταν στις 9 Ιουλίου 1961 υπογράφτηκε
η συµφωνία σύνδεσης της Ελλάδας µε την Ευρωπαϊκή Οικονοµική Κοινότητα, που τέθηκε σε
ισχύ την 1η Νοεµβρίου 1962 και ήταν η πρώτη συµφωνία σύνδεσης της Κοινότητας µε τρίτο
κράτος, η κυβέρνηση της Αθήνας αναγνώριζε ότι η Γερµανία έδειξε ιδιαίτερη κατανόηση για
τις ανάγκες της Ελλάδας κατά τη διάρκεια των διαπραγµατεύσεων.

13 Η Βόννη θεωρούσε την Ελλάδα ακρογωνιαίο λίθο του ΝΑΤΟ και την υποστήριξε απέναντι στους άλλους εταίρους

9 (Υπόµνηµα της πρεσβείας της Οµοσπονδιακής Δηµοκρατίας της Γερµανίας στην Αθήνα, στο οποίο επισυνάπτεται το κείµενο του νόµου / Bericht der Botschaft der BRD in Athen – Nr. 238/59, 11. 2.1959, στο: PA AA, Ref. 206, Bd. 133) και (Meynaud 1965, 409). 10 (Fleischer 1999) 11 (Surmann 1999, 116) 12 (Bulletin des Presse- und Informationsamtes der Bundesregierung, 22.3.1960, Nr. 55, σελ. 533), (Frankfurter
Allgemeine Zeitung, 21.3.1960) και (The Times-London, 21.3.1960).
της Κοινότητας µε υποδειγµατικό τρόπο. Αλλά και σε πρακτικό επίπεδο η σηµασία της
σύνδεσης για τις ελληνο-γερµανικές εµπορικές σχέσεις ήταν σαφής, µια και η Δυτική
Γερµανία δεν ήταν µόνο ο πιο σηµαντικός εξαγωγέας προϊόντων για την Ελλάδα και ο
δεύτερος πιο σηµαντικός εισαγωγέας προϊόντων από την Ελλάδα, αλλά και γιατί µεταξύ των
χωρών της Ε.Ο.Κ. ήταν ο πιο σηµαντικός εµπορικός εταίρος.
Παράλληλα, η Βόννη φαινόταν πρόθυµη να ανταποκριθεί και πάλι µε παροχή
πιστώσεων και τεχνικής βοήθειας στις ανάγκες για δηµιουργία υποδοµών στην Ελλάδα, όπως
συνέβη το 1962 µε την παροχή πίστωσης 150 εκ. µάρκων και τεχνικής βοήθειας, προκειµένου
να κατασκευαστεί εργοστάσιο εκµετάλλευσης του λιγνίτη στη Μεγαλόπολη για την
παραγωγή ηλεκτρικού ρεύµατος.

14.Σε κάθε περίπτωση η οµοσπονδιακή κυβέρνηση δήλωνε πρόθυµη να παράσχει τεχνική
βοήθεια και η ελληνική κυβέρνηση έδινε προτεραιότητα στις γερµανικές εταιρείες σε
διαγωνισµούς για την ανάληψη δηµοσίων έργων. Εξάλλου, η γερµανική πλευρά θα
υποστήριζε τα επόµενα χρόνια τις ελληνικές επιθυµίες για εναρµόνιση της ελληνικής
γεωργίας µε τα άλλα κράτη µέλη της Ε.Ο.Κ και µάλιστα θα δεχόταν το 1965 να βελτιώσει
τους όρους του δανείου του 1958 κατεβάζοντας το επιτόκιο από 6 σε 4 %,
αναδιαµορφώνοντας τις τοκοχρεολυτικές δόσεις σύµφωνα µε τις επιθυµίες της ελληνικής
κυβέρνησης.

15.Οι διµερείς σχέσεις κατά τη διάρκεια της δικτατορίας των συνταγµαταρχών
Η επιβολή δικτατορικού καθεστώτος στην Ελλάδα τον Απρίλιο του 1967 προκάλεσε σχετική
αµηχανία στη Βόννη, η οποία όµως διατήρησε την επαφή µε την Αθήνα, προκειµένου να
διασφαλιστούν τα ίδια γερµανικά συµφέροντα, την ώρα που και η κυβέρνηση των
συνταγµαταρχών δεν αποστασιοποιήθηκε ουσιαστικά από την οικονοµική πολιτική των
προηγούµενων κυβερνήσεων, δείχνοντας πρόθυµη να συνεργάζεται οικονοµικά µόνο µε τη
Δύση.

16 Πάντως, ιδιαίτερα µετά το 1969, σαφής ήταν εκ µέρους της γερµανικής κυβέρνησης
η καταδίκη του δικτατορικού καθεστώτος και η ξεκάθαρη θέση υπέρ της αποκατάστασης της
13 (Svolopoulos 1990, 137) και (Frankfurter Allgemeine Zeitung, 4.4.1961, τίτλος άρθρου: „Erfüllte griechische Wünsche. Anerkennung für das Verständnis der deutschen Verhandlungspartner“). 14 (Bulletin des Presse- und Informationsamtes der Bundesregierung, 1.8.1962, Nr. 139, σελ. 1196) και (Handelsblatt- 31.7.1962), (Die Welt- 31.7.1962) και (Frankfurter Allgemeine Zeitung – 31.7.1962). 15 (Επιστολή του Οµοσπονδιακού Υπουργού Οικονοµίας προς τον Έλληνα Υπουργό Συντονισµού, ΚωνσταντίνοΜητσοτάκη, 6.12.1965 / Brief des Bundesministers für Wirtschaft an Seine Exzellenz den Koordinationsminister
des Königreichs Griechenland, Herrn Konstantin Mitsotakis, vom 6. Dezember 1965, στο: PA AA, Ref. I A 4,Bd. 312).
16 (Έκθεση του Γερµανού Πρέσβη Σλίτερ µε θέµα την ανάλυση της κατάστασης µετά το στρατιωτικό πραξικόπηµα της 21ης Απριλίου / Aufzeichnung des Botschafters Schlitter, Betreff: Griechenland; hier: Analyse
der Lage nach dem Militärputsch vom 20./21. April 1967, 26.5.1967, στο: PA AA, Bestand B 150).Δηµοκρατίας στην Ελλάδα. Δεν ήταν, εξάλλου, λίγοι και οι επώνυµοι που είχαν ζητήσει και λάβει άσυλο στη Γερµανία. Αδιαµφισβήτητη, εξάλλου, ήταν η ηθική συµπαράσταση και αλληλεγγύη, αλλά και η
πρακτική βοήθεια στους εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες εργαζόµενους στη Γερµανία, στους
χιλιάδες φοιτητές και επιστήµονες.

17 Έτσι, ενώ η στενή συνεργασία σε επίπεδο κυβερνήσεων
είχε εδραιωθεί από τα τέλη της δεκαετίας του 1950, η περίοδος της επταετίας έδωσε την
ευκαιρία οι δύο χώρες να έρθουν πιο κοντά σε επίπεδο λαών και µεµονωµένων ατόµων.
Η µεταπολίτευση στην Ελλάδα και η ευρωπαϊκή ενοποίηση Όταν έπεσε η δικτατορία τον Ιούλιο του 1974, µε τραγικές συνέπειες για τη χώρα στο µέτωπο του Κυπριακού, ο Κωνσταντίνος Καραµανλής κλήθηκε να επαναφέρει τη χώρα σε συνθήκες
δηµοκρατικής νοµιµότητας, ασφάλειας και ανάπτυξης. Σε αυτή την κρίσιµη ιστορική
συγκυρία και υπό την απειλή πολέµου µε την Τουρκία ο Καραµανλής θεώρησε και πάλι τη
γερµανική υποστήριξη πρωταρχικής σηµασίας. Το Μάιο του 1975 πραγµατοποίησε επίσηµη
επίσκεψη στη Βόννη, όπου συνάντησε για πρώτη φορά τον καγκελάριο Χέλµουτ Σµιτ
(Helmut Schmidt). Στις µεταξύ τους συζητήσεις ο Έλληνας πρωθυπουργός ζήτησε χωρίς
περιστροφές άµεση οικονοµική βοήθεια, προκειµένου να καλύψει τα ελλείµµατα που είχε
κληροδοτήσει στη χώρα του η χούντα, καθώς και την προχρηµατοδότηση τεσσάρων
υποβρυχίων, τα οποία θεωρούσε άµεση προτεραιότητα του εξοπλιστικού προγράµµατος της
Ελλάδας στις νέες συνθήκες που διαµορφώνονταν στο Αιγαίο.

18 Ο Γερµανός καγκελάριος έδειξε εµπιστοσύνη στον Καραµανλή και ανταποκρίθηκε στα αιτήµατά του, παρέχοντας οικονοµική και στρατιωτική βοήθεια στην Ελλάδα. Μάλιστα, η αναλογία παροχής στρατιωτικού εξοπλισµού από γερµανική πλευρά σε Ελλάδα-Τουρκία έφτασε σε αναλογία 3 προς 5 (µε κάποιες αποκλίσεις κατά καιρούς), ιδιαίτερα ευνοϊκή για την Ελλάδα αν αναλογιστεί κανείς την έκταση και τον πληθυσµό των δύο χωρών.

19.Σηµαντική, εξάλλου, την περίοδο εκείνη ήταν η συνεισφορά της Δυτικής Γερµανίας
στο δύσκολο δρόµο της Ελλάδας προς την πλήρη ένταξή της στην Ευρωπαϊκή Οικονοµική
Κοινότητα. Όπως και στις αντίστοιχες διαπραγµατεύσεις δύο περίπου δεκαετίες νωρίτερα για
τη σύνδεση της Ελλάδας µε την ΕΟΚ, έτσι και για την υπογραφή της Συνθήκης της 28ης
Μαΐου 1979, που τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 1981, η γερµανική στάση ήταν
καθοριστική. Έτσι, αν χωρίς τον Κόνραντ Άντεναουερ η Ελλάδα δεν θα γινόταν το πρώτο
συνδεδεµένο µέλος της ΕΟΚ το 1962, χωρίς τον Χέλµουτ Σµιτ δεν θα γινόταν µέλος της 17 (Ματζουράνης Την περίοδο της δικτατορίας 1998, 9) 18 (Schmidt 1990, 402) και (Σβολόπουλος, 1997, 381) 19 (Αποστολόπουλος 2007, 54) Κοινότητας µε πλήρη δικαιώµατα και υποχρεώσεις.

20 Παρά τις οικονοµοτεχνικές δυσκολίες, ο Δυτικογερµανός Καγκελάριος τάχθηκε για πολιτικούς λόγους υπέρ της ένταξης της Ελλάδας στην Κοινότητα. Το σηµαντικότερο ρόλο για αυτό το αποτέλεσµα έπαιξαν ασφαλώς οι διαπροσωπικές σχέσεις. Η προσωπική σχέση του Καραµανλή µε τον Σµιτ (όπως στο παρελθόν µε τον Άντεναουερ), ο σεβασµός, η κατανόηση και η φιλία που αναπτύχθηκε µεταξύ τους και επηρεαζόταν θετικά και από το Γάλλο πρόεδρο Ζισκάρ ντ’ Εστέν (Valéry Giscard d’ Estaing), ήταν στοιχεία καθοριστικά όσον αφορά την τήρηση συγκεκριµένης στάσης εκ µέρους της Γερµανίας. Στο εξής Ελλάδα και Γερµανία θα παρέµεναν στενά συνδεδεµένες στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Κοινότητας.

Αν και κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1980 το κλίµα άλλαξε προς το χειρότερο
απέναντι στην Ελλάδα, λόγω της αρνητικής εικόνας που είχε σχηµατιστεί σε ευρωπαϊκούς
κύκλους και ιδιαίτερα στη Γερµανία απέναντι στον πρωθυπουργό Ανδρέα Παπανδρέου, οι
δύο χώρες προχωρούσαν πλέον αναγκαστικά χέρι-χέρι στο δρόµο της ευρωπαϊκής
ολοκλήρωσης. Ο ίδιος ο σοσιαλδηµοκράτης – ιδεολογικά συγγενής προς το ΠΑΣΟΚ –
Χέλµουτ Σµιτ περιγράφει µε δυσφορία σε βιβλίο του την τακτική του Ανδρέα Παπανδρέου,
πριν αλλά και µετά την εκλογή του, να κατηγορεί µε ευκολία τη Γερµανία και άλλες
σύµµαχες χώρες για τις πολιτικές και οικονοµικές εξελίξεις στο εσωτερικό της χώρας του.
Ωστόσο στις δύσκολες ώρες απαιτούσε την υποστήριξη της Βόννης στην αντιπαράθεση µε
την Τουρκία, ή απαιτούσε την οικονοµική ενίσχυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας κατά τρόπο
που συνιστούσε συµπεριφορά προκλητική.

21 Στο κλίµα αυτό γίνεται κατανοητή και η διένεξη
µεταξύ Παπανδρέου και Χέλµουτ Κολ (Helmut Kohl) – διαδόχου του Σµιτ – σε διάσκεψη
κορυφής της Ευρωπαϊκής Κοινότητας στα τέλη του 1984, όταν ο τελευταίος αρνήθηκε να
αυξήσει το χρηµατικό ποσό ενίσχυσης προβληµατικών περιοχών των µεσογειακών χωρών.

22.Η φιλική σχέση του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη µε τον Χέλµουτ Κολ, έδωσε νέα πνοή
στη σχέση των δύο χωρών, όταν ο πρώτος έγινε πρωθυπουργός το 1990. Η ελληνική
κυβέρνηση χαιρέτισε εγκάρδια την επανένωση των δύο Γερµανιών την ίδια χρονιά και ο
Χέλµουτ Κολ παρέστη ο ίδιος στις εκδηλώσεις µε αφορµή την επέτειο της Μάχης της Κρήτης,
ένα έτος αργότερα.

23 Παρά την καλύτερη επικοινωνία των δύο πλευρών, η αναστάτωση στα
Βαλκάνια στις αρχές εκείνης της δεκαετίας, έδειξε ότι διαµετρικά αντίθετα ήταν τα
γερµανικά και τα ελληνικά συµφέροντα. Η Γερµανία επέµενε στην άµεση αναγνώριση από

20 (Kontogeorgis 1991, 56) 21 (Schmidt 1990, 409) 22 (Der Spiegel, 10.12.1984, σελ. 25) 23 (Europa-Archiv, Zeitschrift für Internationale Politik, 1990, z106 και 1991, z125)
πλευράς Ευρωπαϊκής Κοινότητας των δηµοκρατιών της Σλοβενίας και της Κροατίας, την
ώρα που η Ελλάδα υποστήριζε τη διατήρηση µίας οµοσπονδιακής Γιουγκοσλαβίας.
Μάλιστα το γεγονός ότι η Γερµανία πρωτοστάτησε, το Φεβρουάριο του 1993, στις
διαπραγµατεύσεις ανάµεσα σε Αθήνα και Σκόπια και ο Γερµανός υπουργός των Εξωτερικών
Κλάους Κίνκελ (Klaus Kinkel) υπήρξε ο εµπνευστής της συµβιβαστικής ονοµασίας FYROM
(Former Yugoslavian Republic Of Macedonia-Πρώην Γιουγκοσλαβική Δηµοκρατία της
Μακεδονίας-ΠΓΔΜ) που τελικά υιοθετήθηκε για το κράτος των Σκοπίων, προκάλεσε ποικίλα
σχόλια για το ρόλο της Γερµανίας στη σύγχρονη Ευρώπη και τη φιλία της προς την Ελλάδα,
δηµιουργώντας, τουλάχιστον σε επίπεδο κοινής γνώµης, µία κάπως αρνητική ατµόσφαιρα.
Προφανώς, τα σχόλια για το ρόλο της Βόννης σχετίζονταν εκτός από τη συµβιβαστική της
πρόταση στο Μακεδονικό και µε την ουδέτερη στάση που είχε τηρήσει απέναντι στην
αντιπαράθεση της Ελλάδας µε την Τουρκία στις δύο δεκαετίες που είχαν µεσολαβήσει από το
1974 και την τουρκική εισβολή στην Κύπρο.

24.Γενικά, πάντως, τη δεκαετία του 1990 οι επαφές των δύο χωρών έλαβαν χώρα µέσα
σε θετικό κλίµα, παρά τη µη υποστήριξη της Γερµανίας στα ελληνικά εθνικά θέµατα, αλλά
και κάποιες άλλες ατυχείς στιγµές των διµερών σχέσεων, όπως το επεισόδιο που
δηµιουργήθηκε το 1993 όταν ο τότε αναπληρωτής Υπουργός Εξωτερικών Θεόδωρος
Πάγκαλος δήλωσε ότι «η Γερµανία είναι γίγαντας µε µυαλό µικρού παιδιού», προκαλώντας
την έντονη αντίδραση της γερµανικής κυβέρνησης και την επιµονή του Κλάους Κίνκελ να
ζητήσει ο οµόλογος του δηµόσια συγγνώµη. Στα τέλη της δεκαετίας του 1990 το θετικό
κλίµα των διµερών επαφών επιβεβαιώθηκε µε τον πιο καθοριστικό τρόπο στο πλαίσιο της
Ενωµένης Ευρώπης, από την θετική στάση της κυβέρνησης Γκέρχαρντ Σρέντερ (Gerhard
Schröder) στις διαπραγµατεύσεις για την ένταξη της Ελλάδας στην Οικονοµική και
Νοµισµατική Ένωση, που ολοκληρώθηκαν το 2000.

Έτσι, το ξεκίνηµα του 21ου αιώνα βρήκε τις δύο χώρες να ανήκουν στο στενό πυρήνα
της Ενωµένης Ευρώπης, έχοντας κοινό νόµισµα. Με τον τρόπο αυτό ολοκληρώθηκε µία
µακρά πορεία τεσσάρων και πλέον δεκαετιών διµερούς συνεργασίας και γερµανικής
υποστήριξης προς την Ελλάδα, στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής ενοποίησης.
1944-2014: εξωτερική πολιτική, οικονοµία, πολιτισµός.Από τη µελέτη του πρωτογενούς αρχειακού υλικού (διµερείς συµβάσεις, υποµνήµατα συνοµιλιών, εκθέσεις πρέσβεων κλπ.) και άλλων πηγών της µεταπολεµικής περιόδου (εφηµερίδες, αποµνηµονεύµατα πολιτικών ανδρών) διαπιστώνουµε ότι µετά τη ρήξη που 24 (Αποστολόπουλος 2007, 58) έφερε η ναζιστική κατοχή, οικοδοµήθηκε σε νέες βάσεις µία σταθερή και συνεχής σχέση των δύο χωρών.

Μπορεί σε ζητήµατα εξωτερικής πολιτικής (ελληνοτουρκικά, Κυπριακό, Μακεδονικό) η Γερµανία να µην εγκατέλειψε επί της ουσίας ποτέ την αυστηρά ουδέτερη στάση της απέναντι στην Ελλάδα, αφού αυτή υπαγορευόταν τόσο από τις διεθνείς υποχρεώσεις της, όσο και από τα ίδια συµφέροντα. Ωστόσο, καθοριστική ήταν η θετική στάση της σε όλα τα στάδια της πορείας της Ελλάδας προς την Ενωµένη Ευρώπη, ενώ και στο οικονοµικό πεδίο η συνεργασία των δύο χωρών υπήρξε ιδιαίτερα στενή. Η Γερµανία υπήρξε διαχρονικά µέχρι σήµερα ο κυριότερος εµπορικός εταίρος της Ελλάδας, συντηρώντας µία παράδοση που υπήρχε και προπολεµικά, ενώ από αυτήν προέρχεται µεγάλο µέρος των ξένων επενδύσεων που έχουν γίνει στη χώρα.

Στην παραδοσιακή οικονοµική-εµπορική συνεργασία των δύο πλευρών πρέπει να
συνυπολογίσει κανείς την παρουσία πολλών Γερµανών τουριστών στην Ελλάδα τις
τελευταίες αρκετές δεκαετίες και εκατοντάδων χιλιάδων Ελλήνων µεταναστών στη Γερµανία
σε όλη τη µεταπολεµική περίοδο, κυρίως από το 1960 και µετά.
25 Μάλιστα, η παρουσία Ελλήνων εργαζοµένων στη  Γερµανία, µετά από µία εικοσαετία σηµαντικής µείωσης έχει και πάλι αυξητική τάση στα χρόνια της οικονοµικής κρίσης.

Αν στην πολιτική και την οικονοµία προσθέσει κανείς και τη διµερή συνεργασία σε
πνευµατικό επίπεδο τόσο από γερµανικά ιδρύµατα στην Ελλάδα (όπως το Γερµανικό
Αρχαιολογικό Ινστιτούτο Αθηνών το οποίο ιδρύθηκε το 1874, το ινστιτούτο Goethe και οι
Γερµανικές Σχολές Αθηνών και Θεσσαλονίκης), όσο και από τα νεοελληνικά ινστιτούτα σε
αρκετά πανεπιστήµια (Βερολίνου, Μονάχου, Κολωνίας) και από τη γερµανική εταιρεία
Νεοελληνικών Σπουδών (Arbeitsgemeinschaft für Neogräzistik in der Bundesrepublik
Deutschland), που από το 1988 προωθεί την έρευνα και την περαιτέρω ανάπτυξη του κλάδου στα γερµανικά πανεπιστήµια,26 αντιλαµβανόµαστε ότι – παρά τις όποιες διακυµάνσεις κυρίως στο επικοινωνιακό επίπεδο των διµερών σχέσεων στο πλαίσιο της πρόσφατης κρίσης – είναι τελικά πολλά αυτά που παραδοσιακά κρατούν ενωµένες τις δύο χώρες σε διµερές επίπεδο, αλλά και στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής οικογένειας.

Συµπεράσµατα

Από την ουσιαστικά µοναδική ρήξη στη σχέση των δύο λαών, κατά τη διάρκεια της
ναζιστικής κατοχής, παραµένει ως κατάλοιπο το ανοικτό ακόµα ζήτηµα των πολεµικών
αποζηµιώσεων και κυρίως του κατοχικού δανείου. Αν και η γερµανική πλευρά αποφεύγει µε
κάθε τρόπο τη σχετική συζήτηση, αδιαµφισβήτητο γεγονός είναι ότι η Ελλάδα ποτέ δεν 25 (Ματζουράνης, Μετανάστες 1998, 8) 26 (Δηµάδης 1998, 18) αποζηµιώθηκε ουσιαστικά για την πλήρη καταστροφή της κατά τη διάρκεια του Β΄Παγκοσµίου Πολέµου. Έλαβε, ασφαλώς, οικονοµική βοήθεια από την Ευρώπη µεταπολεµικά,µεγάλο µέρος της οποίας προερχόταν από τη συνεισφορά της Γερµανίας στον κοινοτικό προϋπολογισµό, αλλά και βοήθεια απευθείας από την οµοσπονδιακή κυβέρνηση στο πλαίσιο οικονοµικών διαπραγµατεύσεων.

Επρόκειτο, ωστόσο, για πιστώσεις, που έπρεπε να επιστραφούν, για έργα υποδοµής από τα οποία επωφελήθηκε η γερµανική βαριά βιοµηχανία και άλλες γερµανικές επιχειρήσεις. Λόγω της Συµφωνίας του Λονδίνου του 1953, που αναφέρθηκε παραπάνω, η Αθήνα δεν µπορούσε να εγείρει αξιώσεις για πολεµικές επανορθώσεις µέχρι το 1990 και µετά τη γερµανική επανένωση το ζήτηµα µπήκε στο «ψυγείο», µε τις οµοσπονδιακές κυβερνήσεις να επικαλούνται τον µισό και πλέον αιώνα που πέρασε από τον πόλεµο, τη µεγάλη γερµανική συµµετοχή στον κοινοτικό προϋπολογισµό από τον οποίο λαµβάνει επιδοτήσεις η Ελλάδα κλπ. Ακόµα και αυτά τα επιχειρήµατα, όµως, δεν απαντούν στην µη αποπληρωµή εκ µέρους της ενιαίας Γερµανίας του κατοχικού δανείου, το οποίο δεν έχει σχέση µε πολεµικές αποζηµιώσεις και αποτελεί τραπεζική πράξη, ανάµεσα στο
Τρίτο Ράιχ και την κατεχόµενη Ελλάδα.

Στο πλαίσιο της σηµερινής οικονοµικής και κοινωνικής κρίσης που µαστίζει ιδιαίτερα
την Ελλάδα, αλλά όχι µόνον, τα διδάγµατα από την ουσιαστικά συνεχή και αδιατάρακτη
σχέση Ελλήνων-Γερµανών µεταπολεµικά αποδεικνύονται πολύτιµα, ιδιαίτερα τις ώρες που
κάποιες φωνές και από τις δύο πλευρές, κυρίως από δηµοσιογραφικούς κύκλους, προσπαθούν να καθιερώσουν λάθος στερεότυπα και να δηµιουργήσουν µία εικόνα του ενός λαού προς τον άλλον, η οποία απέχει από την πραγµατικότητα.

Οι σηµερινοί Έλληνες πρέπει να λάβουν υπόψη ότι αφενός η στενή συνεργασία µε τη
Γερµανία υπήρξε επιλογή όλων των µεταπολεµικών κυβερνήσεων (ΕΡΕ, Ένωση Κέντρου,
Νέα Δηµοκρατία, ΠΑΣΟΚ) για πολιτικούς και οικονοµικούς λόγους, αφετέρου για να φτάσει
η Ελλάδα να ανήκει σήµερα στο στενό πυρήνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης έλαβε σε διάφορες
χρονικές περιόδους την καθοριστική υποστήριξη της Γερµανίας: του Κόνραντ Άντεναουερ
(για την υπογραφή της Συµφωνίας Σύνδεσης µε την ΕΟΚ το 1961), του Χέλµουτ Σµιτ (για
την υπογραφή της Συνθήκης Ένταξης στην ΕΟΚ το 1979) και του Γκέρχαρντ Σρέντερ (για
την ένταξη στην Οικονοµική και Νοµισµατική Ένωση το 2000). Προφανώς, η παραµονή στο
στενό πυρήνα της ευρωπαϊκής οικογένειας και η στήριξη αυτής της πολιτικής που
χρονολογείται από το δεύτερο µισό της δεκαετίας του 1950, καθώς και η αγαστή συνεργασία
µε τη Γερµανία σε όλους τους τοµείς έχει για την Ελλάδα µόνο πλεονεκτήµατα.

Από την άλλη πλευρά η γερµανική κοινή γνώµη και η κυβέρνηση του Βερολίνου δεν
πρέπει να παραγνωρίζουν τα οικονοµικά οφέλη που προκύπτουν για την ίδια τη Γερµανία
από τη στήριξη αδύναµων χωρών της ευρωζώνης. Εξάλλου, το παρελθόν του καταστροφικού Β΄ Παγκοσµίου Πολέµου δεν είναι τόσο µακριά, όσο οι σύγχρονοι Γερµανοί θέλουν να νοµίζουν. Σε συνάρτηση µε το παρελθόν αυτό πρέπει να λαµβάνεται υπόψη τόσο το γεγονός ότι µεταπολεµικά η διεθνής κοινότητα αντιµετώπισε µε επιείκεια την ηττηµένη Γερµανία, όσο και το ότι χώρες που υπέστησαν καταστροφές από τον πόλεµο όχι µόνον δεν
αποζηµιώθηκαν, αλλά έδειξαν µεταπολεµικά καλή θέληση απέναντι στους πρώην αντιπάλους
τους.

Στη σηµερινή δύσκολη και πολύπλοκη συγκυρία, που δεν αγγίζει µόνο την Ελλάδα,
αλλά µεγάλο µέρος της Ευρώπης και κατά συνέπεια και τη Γερµανία, είναι προς όφελος όλων οι δύο χώρες να παραµείνουν αλληλέγγυες στην αντιµετώπιση κοινών προβληµάτων και στην επίτευξη κοινών στόχων.

Πηγές
Αρχεία
Πολιτικό Αρχείο Γερµανικού Υπουργείου Εξωτερικών [Politisches Archiv des Auswärtigen
Amtes (PA AA)]
Αρχείο Ιδρύµατος Κωνσταντίνος Καραµανλής, ΙΚΚ.
Δηµοσιευµένες αρχειακές πηγές
Bulletin des Presse- und Informationsamtes der Bundesregierung
Jahrbuch der auswärtigen Kulturbeziehungen
Europa-Archiv, Zeitschrift für Internationale Politik
Diplomatische Korrespondenz
Βιβλιογραφία
Apostolopoulos, Dimitrios K.: Die griechisch-deutschen Nachkriegsbeziehungen, historische
Hypothek und moralischer Kredit. Die bilateralen politischen und ökonomischen
Beziehungen unter besondere Berücksichtigung des Zeitraums 1958-67. Peter Lang,
Frankfurt a.M. (u.a.) 2004.
Αποστολόπουλος, Δηµήτρης Κ.: «Η διαµόρφωση µίας νέας δυναµικής: οι ελληνογερµανικές
σχέσεις από το 1974 ως σήµερα. Στρατηγικές σχέσεις, πολιτική συνεργασία και
πολιτισµικοί δεσµοί». Γεωστρατηγική, τεύχος 10ο
/ Ιανουάριος-Απρίλιος 2007: 54-64.
Δηµάδης, Κωνσταντίνος Α.: «Οι νεοελληνικές σπουδές σήµερα». Καθηµερινή / ΕΠΤΑ
ΗΜΕΡΕΣ, Αφιέρωµα: η µετανάστευση στη Γερµανία, 13/12/1998: 17-21.
Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόµος ΙΣΤ, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 2000.
Ματζουράνης, Γιώργος Ξ.: «Την περίοδο της δικτατορίας. Στη Γερµανία οργανώθηκαν οι
µεγαλύτερες αντιχουντικές εκδηλώσεις». Καθηµερινή / ΕΠΤΑ ΗΜΕΡΕΣ, Αφιέρωµα: η
µετανάστευση στη Γερµανία, 13/12/1998: 9.
Ματζουράνης, Γιώργος Ξ.: «Μετανάστες στη Γερµανία. Από γκάσταρµπαϊτερ στη δεκαετία
του ’60, πολίτες της ενωµένης Ευρώπης σήµερα» Καθηµερινή / ΕΠΤΑ ΗΜΕΡΕΣ,
Αφιέρωµα: η µετανάστευση στη Γερµανία, 13/12/1998: 5-8.
Eichholtz, Dietrich: ‚Widerstand und Repressalien. Erscheinungsformen unter dem
Ausbeutungs- und Zwangsarbeiterregime der deutschen Okkupationsmacht 1943/44.‘
Στο: Loukia Droulia und Hagen Fleischer (Hrsg.), Von Lidice bis Kalavryta. Widerstand
und Besatzungsterror. Studien zur Repressalienpraxis im Zweiten Weltkrieg. Berlin,
Metropol Verlag 1999: 31-50.
Fleischer, Hagen: Im Kreuzschatten der Mächte. Griechenland 1941-1944: Okkupation –
Resistance – Kollaboration, Peter Lang, Frankfurt a. M., Bern, New York, 1986.
Fleischer, Hagen: ‚Die deutsche Militärverwaltung in Griechenland.‘ Στο: Wolfgang Benz,
Johannes Houwink ten Cate, Gerhard Otto (Hrsg.) Die Bürokratie der Okkupation.
Strukturen der Herrschaft und Verwaltung im besetzten Europa, Berlin, Metropol
Verlag 1998: 63-92.
Fleischer, Hagen: ‘Der lange Schatten des Krieges‘, στην Athener Zeitung, 22.10.1999.
Kontogeorgis, Georgios L.: “Die Wirtschafts- und Handelsbeziehungen zwischen
Griechenland und der Bundesrepublik Deutschland”, στο: Griechenland und die
Bundesrepublik Deutschland im Rahmen Nachkriegseuropas, (Πρακτικά του συνεδρίου
του Institute for Balkan Studies), Θεσσαλονίκη 1991: 53-58.
Meynaud, Jean: Les Forces Politiques en Grèce, Lausanne, Etudes de science politique 1965.
Schmidt, Helmut: Die Deutschen und ihre Nachbarn: Menschen und Mächte II, Berlin,
Siedler Verlag 1990.
Σβολόπουλος, Κων. (γεν. επιµ.): Κωνσταντίνος Καραµανλής. Αρχείο. Γεγονότα και Κείµενα,
τόµος 8ος, Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών 1997.
Svolopoulos, Konstantin: “Greece’s Entry into the Community in its Historical Perspective.”
Στο: Hänsel, Bernhard (Hrsg.), Die Entwicklung Griechenlands und die
deutsch-griechischen Beziehungen im 19. und 20. Jahrhundert. Südosteuropa-Studien,
Bd.46, 1990: 137-144.
Surmann, Rolf und Dieter Schröder (Hrsg.): Der lange Schatten der NS-Diktatur. Texte zur
Debatte um Raubgold und Entschädigung, RAT: Reihe Antifaschistischer Texte,
Hamburg / Münster, UNRAST Verlag 1999.
Τύπος
Η Καθηµερινή, Athener Zeitung, Der Spiegel, Frankfurter Allgemeine Zeitung, Handelsblatt,
Die Welt, The Times (London)

LEAVE A REPLY

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.