Η ταπείνωση  της χώρας μας από το επεισόδιο στις βραχονησίδες των Ιμιών, δεν ήταν απλώς τραυματική εμπειρία για την εξωτερική πολιτική  της κυβέρνησης Σημίτη, αλλά ήταν η αρχή της αναθεώρησης  του καθεστώτος του Αιγαίου.

Η Τουρκία αμφισβήτησε την κυριότητα επί των Ιμίων γιατί την ενδιέφεραν  οι συγκεκριμένες νησίδες έξω από την Κάλυμνο. Στόχος ήταν η αμφισβήτηση  των θαλασσίων συνόρων της Ελλάδας και κατ’ επέκταση η ανατροπή της ισορροπίας της Συνθήκης της Λωζάννης (1923).

Με τη συμφωνία της Μαδρίτης του 1997,  με την εποπτεία της Αμερικανίδας υπουργού εξωτερικών Ουλμπραϊτ την παρουσία του  Έλληνα υπουργού εξωτερικών Θόδωρου Πάγκαλου και του Τούρκου  Ισμαήλ Τζέμ.

Η συνάντηση των δυο πρωθυπουργών Σημίτη – Ντεμιρέλ κράτησε είκοσι λεπτά και αναγνώρισε  ότι υπάρχουν  ζωτικά  συμφέροντα της Τουρκία στο Αιγαίο δηλαδή τις «γκρίζες ζώνες» στο Αιγαίο. Βέβαια η συμφωνία είχε προετοιμαστεί από τους Αμερικανό βοηθό του  Ντιπάρτμεντ  Χόλμπρουκ και του Έλληνα Γιάννου Κρανιδιώτη και του Τούρκου υφυπουργού Οούρ Ούμεν.

Η συνέχεια αυτής τη συμφωνίας ολοκληρώθηκε  το 1999 στο Ελσίνκι  με την οποία αναγνωρισθήκαν  «μεθοριακές διαφορές» και επιτεύχθηκε  σε μεγάλο βαθμό η νομιμοποίηση των μέχρι τότε θεωρουμένων μονομερών διεκδικήσεων της Τουρκίας στο  Αιγαίο.

Από το 1999 η τουρκική διπλωματία για την υλοποίηση των σχεδίων της είναι εύκολη: αρκείται να υπενθυμίζει σε τακτά διαστήματα ότι το σημερινό status quo στο Αιγαίο είναι αμφισβητούμενο. Η Ελληνική διπλωματία σε μια προσπάθεια να γίνει Ευρωπαϊκό πρόβλημα για κάτι που η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είναι πρόθυμη να κατανοήσει  τα ελληνικά αιτήματα, αλλά θεωρεί ότι δεν είναι σημαντικό για να ασχοληθεί με το θέμα αυτό.

Ο τότε πρωθυπουργός Κώστας Σημίτης, αφού ευχαρίστησε από το βήμα της Βουλής τους αμερικανούς, αφοσιώθηκε στην προσπάθεια εξομάλυνσης των ελληνοτουρκικών σχέσεων με την αμερικανική  καθοδήγηση και σχεδιασμό υπηρετώντας τα συμφέροντά τους και τα θέλω τους  στην περιοχή.

Η νύχτα των Ιμίων ήταν η δεύτερη  σοβαρή  κρίση  μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. Η πρώτη αμφισβήτηση  του καθεστώτος του Αιγαίου. Ήταν το Μάιο του 1974 λίγο πριν  την εισβολή των τουρκικών  στρατευμάτων το 1974 στην Κύπρο. Η Τουρκία αποφάσισε να στείλει  το υδρογραφικό σκάφος «Τσάνταρλι» για να πραγματοποιήσει έρευνες στο βυθό του Αιγαίου, σε τμήματα της υφαλοκρηπίδας που είχαν καταγράψει οι ελληνικές αρχές.

Έκτοτε  το «παιχνίδι»  των παραβιάσεων και των μικροεπεισοδίων συνεχίζονται μέχρι σήμερα. Σ’ όλο αυτό το διάστημα δεν σταμάτησε να γίνεται «διάλογος» για να βρεθεί λύση.  Η Τουρκία όμως συνέχιζε το χαβά της απειλώντας φραστικά την Ελλάδα, μέχρι που φθάσαμε στην κρίση των Ιμίων.

Η κρίση των Ιμίων ξεκίνησε από ασήμαντη αφορμή. Το Δεκέμβριο του 1995 τουρκικό εμπορικό πλοίο « Φιγκέν Ακάτ» προσάραξε στα νερά μιας βραχονησίδας των Ιμίων, ανατολικά της Καλύμνου. Κανείς δεν περίμενε ότι αυτό το  γεγονός θα άνοιγε ένα νέο κεφάλαιο στις ελληνοτουρκικές εντάσεις.

Άρχισαν τηλεφωνικές συνεννοήσεις για το ποιος θα ρυμουλκήσει το πλοίο, η Ελλάδα ή η Τουρκία, τελικά  η ρυμούλκηση  έγινε από την Ελλάδα, ενώ ο καπετάνιος ζητούσε να πάει τουρκικό.

Το Τουρκικό  υπουργείο εξωτερικών με ρηματική  διακοίνωση υποστηρίζει ότι  τα Ίμια  (Καρντάκ στην τουρκική γλώσσα) είναι τουρκικά. Οι ισχυρισμοί αυτοί   αμφισβητούσαν  το πρωτόκολλο του 1932 που είχε υπογραφεί μεταξύ Ιταλίας – Τουρκίας το οποίο χάραζε το θαλάσσιο όριο στο μέσο ακριβώς της απόστασης μεταξύ  των βραχονησίδων Ίμια και της  ακτής της Ανατολίας, με το αιτιολογικό ότι το πρωτόκολλο αυτό υπογράφτηκε κάτω από ιδιάζουσες συνθήκες, στα πρόθυρα του Δεύτερου Παγκοσμίου  Πολέμου και δεν έχει κατατεθεί στην τότε Κοινωνία των Εθνών.

Με καθυστέρηση δέκα ημερών η ελληνική κυβέρνηση απάντησε απορρίπτοντας τους τουρκικούς ισχυρισμούς, θυμίζοντας στους Τούρκους  ότι παραχωρήθηκαν στην Ελλάδα  μαζί με όλα τα Δωδεκάνησα από τους Ιταλούς, σύμφωνα με τη Συνθήκη Ειρήνης του 1947.

Στις 25 Ιανουαρίου ο δήμαρχος της Καλύμνου  και τρεις συμπολίτες του, πήγαν σε μια από τις βραχονησίδες Ίμια και ύψωσαν την ελληνική σημαία. Δυο μέρες αργότερα δημοσιογράφοι της εθνικιστικής εφημερίδας «Χουριέτ» (γνωστή για την προκλητική αρθογραφία της στα Σεπτεμβριανά γεγονότα για το  διωγμό των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης)  προσγειώθηκαν με ελικόπτερο στην ίδια βραχονησίδα και έβγαλαν την ελληνική σημαία και τοποθέτησαν την τουρκική. Από την κυβέρνηση θεωρήθηκε πρόκληση και αποφάσισε  την  αλλαγή της σημαία από ελληνικό περιπολικό.

Τα Τουρκικά κυρίως μέσα ενημέρωσης έστησαν επικοινωνιακό πόλεμο ανάμεσα στις δύο χώρες. Κάτω από  την  πίεση  των γεγονότων, η Αθήνα αποφάσισε να αποβιβάσει  14 άνδρες της ομάδας υποβρυχίων καταστροφών.  Σε απάντηση αυτής της κίνησης  η Τουρκία την Κυριακή 31 Ιανουαρίου, αποβιβάζει άνδρες των δικών της επίλεκτων δυνάμεων στη Δυτική βραχονησίδα Ίμια, ενώ  είχε αποφασιστεί με τη μεσολάβηση των αμερικανών η  απεμπλοκή των δυο  πλευρών.

Οι τηλεφωνικές  επικοινωνίες  των δυο πλευρών με τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής συνεχιζόταν με τον πρόεδρος Κλίντον  και τον εκπρόσωπο  Ντιπάρτμεντ  Ριτσάρντ Χόλμπουργκ, χωρίς να  υπάρχει  απευθείας επικοινωνία  μεταξύ Ελλάδας  (Σημίτη) και Τουρκίας Τσιλέρ.

Η Ελλάδα επέμενε  στο σεβασμό της ελληνικής εδαφικής ακεραιότητας στις βραχονησίδες σύμφωνα με τις  διεθνείς συνθήκες και το διεθνές δίκαιο.

Η Τουρκία σε τρεις νύχτες, έφερε στην επιφάνεια αυτό  που κυοφορούσε ως βλέψεις και διεκδικήσεις δεκαετίες ολόκληρες. Δεν είναι τυχαίο ότι τότε αρχηγός του τουρκικού Γενικού Επιτελείου Ναυτικού  ήταν ο ναύαρχος Ερκαγιά ό οποίος από δόκιμος συνέχεια δήλωνε ότι τα νησιά του Αιγαίου είναι Τουρκιά.

Δεν είναι τυχαίο ότι διαρκούσης της κρίσης ο Τούρκος υπουργός εξωτερικών δήλωνε  ότι υπάρχουν στο Αιγαίο όχι μόνο τα Ίμια, αλλά και άλλες 135 νησίδες που το καθεστώς τους  διέπεται από ασάφεια.

Η συμφωνία αποκλιμάκωσης έγινε βοηθώντας οι αμερικάνοι  υιοθετώντας τις θέσεις της Τουρκίας  «όχι πλοία, όχι  στρατιώτες, όχι σημαίες».  Όσο  κι’ αν είναι πικρό να παραδεχτούμε ότι σε καμιά περίπτωση  η συμφωνία αυτή θα βοηθήσει να  επιστρέψουμε στο μέχρι  τότε καθεστώς στο Αιγαίο, όπως πίστευαν ορισμένοι κυβερνητικοί πολιτικοί.

Μετά την κρίση η δημιουργία των «γκρίζων Ζωνών» ήταν γεγονός.  Όπως επίσης, γεγονός ήταν και η δημοσιοποίηση διεθνώς των τουρκικών βλέψεων στα νησιά, Η Τουρκία δεν κατέβαλε τα νησιά και δεν ήθελε ή δεν μπορούσε εκείνη τη στιγμή να το  κάνει, εκμεταλλεύοντας τις αντιθέσεις που δημιουργήθηκαν μεταξύ πρωθυπουργού Κώστα Σημίτη, υπουργού εξωτερικών Θόδωρου Πάγκαλου και του υπουργού Εθνικής Άμυνας Γεράσιμου Αρσένη και του Αρχηγού  των Ενόπλων Δυνάμεων Χρήστου Λυμπέρη. Η Τουρκία περιορίστηκε στο νέο δόγμα  «ούτε εσείς, ούτε εμείς» που την βόλευε εκείνη τη στιγμή και βλέπουμε στο μέλλον.

Το μέλλον  ίσως να ήταν η συμφωνία της Μαδρίτης μεταξύ Σημίτη – Ντεμιρέλ, που κατάφεραν να κερδίσουν τη «νομιμοποίηση»  διεθνώς τις «γκρίζε ζώνες» στο Αιγαίο. Από  τότε μέχρι σήμερα κύλησε πολύ νερό στο αυλάκι. Οι Τούρκοι συστηματικά με επιμονή  και στόχευση  στη λεπτομέρεια καλλιέργησαν και βελτίωσαν όλα αυτά  που παρουσίαζαν αρχικά στη φάση της κρίσης.

Κατάφερνα να σταματήσουν να πηγαίνουν οι Έλληνες  στα Ίμια, ακόμη και ο βοσκός. Και άλλες φορές να  διώχνουν τους Έλληνες ψαράδες ως «παρανομούντες» αντιστρέφοντας τους ρόλους και επιβάλλοντας ένα καταπληκτικό παιχνίδι με δικαιώματα επ’ ίσοις όροις στην περιοχή.  Αργά και σταθερά  προσπαθούν  να παγιώσουν στην πράξη και στις συνειδήσεις  αυτό που κέρδισαν  για  πρώτη φορά  τη νύχτα των Ιμίων.

Σίγα – σιγά παρουσίασε τη λίστα  με τις διεκδικήσεις και των άλλων νησιών, που θεωρούν ότι διέπονται από καθεστώς ασάφειας. Κάτι που το επικαλείται  συνέχεια  τα τελευταία χρόνια το πολιτικό προσωπικό της Τουρκίας.

Τέλος, πρέπει να τονίζουμε ότι το πολιτικό παιχνίδι σε βάρος της Ελλάδας, στο Αιγαίο, όλο και θα χειροτερεύει. Είναι πρόδηλο ότι απομένει να επιβληθεί η «λύση» στον ελληνικό λαό εκβιαστικά, με μια στημένη τεχνητή κρίση παρόμοιας των Ιμίων, ταυτόχρονα και εσωτερική κρίση.

LEAVE A REPLY

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.