Γράφει ο Λεωνίδας Βατικιώτης

Σε νέα κλιμάκωση οδηγείται η κινεζο-αμερικανική διαμάχη μετά το ναυάγιο των διαπραγματεύσεων των δύο μερών που ξεκίνησαν τον Δεκέμβριο του 2018. Ως τότε είχαν επιβληθεί τρεις γύροι κυρώσεων μεταξύ των δύο χωρών, με τις ΗΠΑ να κάνουν πάντα το πρώτο βήμα και την Κίνα να ακολουθεί.

Η Ουάσιγκτον απέδωσε στο Πεκίνο την ευθύνη του ναυαγίου κατηγορώντάς το για απροθυμία να ανοίξει τομείς του εμπορίου στο διεθνή ανταγωνισμό, να σταματήσει τις επιδοτήσεις σε εταιρείες, να επιτρέψει την μεταφορά δεδομένων, να αλλάξει τη νομοθεσία ώστε να επιτραπεί η εισαγωγή γενετικά τροποποιημένων σπόρων και τροφίμων, κ.α.

Το Πεκίνο από τη μεριά του κατηγόρησε την Ουάσιγκτον ότι συνεχώς άλλαζε τους όρους της διαπραγμάτευσης κατά τη διάρκεια των συνομιλιών, με αποτέλεσμα κάθε φορά που συμφωνούσαν σε έναν όρο οι αμερικάνοι διαπραγματευτές να εμφανίζουν ένα νέο, αυστηρότερο… Κατόπιν τούτων, οι ΗΠΑ προχώρησαν στην ανακοίνωση νέων δασμών ύψους 25% σε εισαγωγές από την Κίνα ύψους 200 δισ. δολ. κι η Κίνα στην αναγγελία νέων δασμών ύψους 25% σε εισαγωγές από τις ΗΠΑ ύψους 60 δισ. δολ. που θα ισχύσουν από την 1η Ιουνίου.

Αυτό που προκαλεί εντύπωση είναι ότι η Κίνα αρνήθηκε να υποταχθεί στους εκβιασμούς, έστω τα τελεσίγραφα των ΗΠΑ. Αντίθετα με ό,τι έκανε τόσο ο Καναδάς, όταν στο πλαίσιο της επαναδιαπραγμάτευσης της NAFTA η απειλή του Τραμπ ότι θα προχωρήσει σε διμερή συμφωνά με το Μεξικό τον οδήγησε να υπογράψει ό,τι ζήτησε η Ουάσινγκτον, όσο και η Ευρώπη.

Το ταξίδι μάλιστα του Γιουνκέρ στην Ουάσιγκτον (διάβασε εδώ) όπου έκλεισε άρον άρον το διατλαντικό ρήγμα μόνο τιμή δεν περιποιεί στην ΕΕ, που όσο αμείλικτη αποδεικνύεται σε όσους αμφισβητούν τα δόγματά της εντός των συνόρων της, τόσο υποχωρητική κι ευπροσάρμοστη αποδεικνύεται απέναντι σε όσους την αμφισβητούν εκτός των συνόρων της.

Στην περίπτωση ωστόσο της κινεζο-αμερικανικής διαμάχης αυτό που κάθε φορά αποδεικνύεται είναι πώς τα διακυβεύματα είναι πολύ πιο σοβαρά από το έλλειμμα των ΗΠΑ στο διμερές εμπόριο και τις χαμένες θέσεις εργασίας εντός των ΗΠΑ που διαρκώς επικαλείται ο Τραμπ για να δικαιολογήσει τον εμπορικό πόλεμο που έχει ξεκινήσει.

Στο επίκεντρο της διαμάχης βρίσκεται η θέση της Κίνας στον αυριανό κόσμο και το ζητούμενο από τη μεριά του Λευκού Οίκου δεν είναι η αύξηση των αμερικανικών εξαγωγών στον ασιατικό γίγαντα, αλλά το ψαλίδισμα της κινέζικης δυναμικής. Στο πλαίσιο αυτής της σύγκρουσης το εμπόριο είναι η αφορμή ή η κορυφή του παγόβουνου.

Η αιτία της αμερικανικής επιθετικότητας βρίσκεται στην αύξηση της στρατιωτικής ισχύος της Κίνας, στη ραγδαία επέκταση της γεωπολιτικής της επιρροής και στην άνοδο της οικονομικής της βαρύτητας. Ένα κριτήριο που αποτυπώνει την μετεωρική της άνοδο στη διεθνή κατάταξη είναι το μερίδιο που κατέχει στην παγκόσμια βιομηχανία με κριτήριο την προστιθέμενη αξία, όπως μετριέται από τον Οργανισμό Βιομηχανικής Ανάπτυξης των Ηνωμένων Εθνών.

Ενώ λοιπόν το 2000 κατείχε μόνο το 8% πλέον αντιπροσωπεύει το 25%. Ενδιαφέρον μάλιστα έχει πώς σε αυτή τη χρονική περίοδο, το μερίδιο των ΗΠΑ, Ιαπωνίας, Γερμανίας και Αγγλίας συρρικνώθηκε. Επίσης ότι το αθροιστικό μερίδιο ΗΠΑ, Γερμανίας και Νότιας Κορέας υπολείπεται του μεριδίου της Κίνας.

Σε αντίθεση όμως με τους άλλους δύο πυλώνες ισχύος της Κίνας, η οικονομία της που αποτελεί και τη βάση στήριξης όλου του οικοδομήματος είναι ο πιο ευάλωτος σε πιέσεις γιατί στηρίζεται σε μεγάλο μέρος στις διεθνείς επενδύσεις. Κι αυτό ακριβώς είναι που εκμεταλλεύεται ο Τραμπ. Φαίνεται από μια σειρά αλλαγές που πραγματοποιούνται στο παρασκήνιο αντιπροσωπεύοντας το πραγματικό και μακροπρόθεσμο, μη αντιστρεπτό κόστος του εν εξελίξει εμπορικού πολέμου.

Εν συντομία αποδόθηκε σε μια έρευνα της τράπεζας UBS μεταξύ των οικονομικών διευθυντών των εξαγωγικών βιομηχανιών στην Κίνα. Το ένα τρίτο εξ αυτών δήλωσε ότι το 2018 μετακίνησε τουλάχιστον ένα μέρος της παραγωγής εκτός Κίνας, ενώ ένα άλλο τρίτο δήλωσε ότι θα το πράξει το 2019.

Δεκάδες είναι τα παραδείγματα βιομηχανικών κολοσσών από τις ΗΠΑ κι άλλες χώρες που από το 2018 κιόλας ξεκίνησαν την μεταφορά τουλάχιστον μέρους των δραστηριοτήτων τους εκτός Κίνας, στέλνοντας την παραγωγή στο Μεξικό, την Ταϊβάν, το Βιετνάμ, την Ινδία και τις ΗΠΑ που σε καμιά περίπτωση όμως δεν ήταν πρώτη επιλογή προς διάψευση των ρητορειών του Τραμπ ότι όλα αυτά γίνονται προς όφελος των αμερικανών εργατών.

Οι πολυεθνικές αποφάσισαν να μεταναστεύσουν, προς απόδειξη της προτεραιότητας που έχει η πολιτική από την οικονομία, παρότι κατέγραφαν κέρδη ρεκόρ. Το 2018 τα έσοδα 2.891 ξένων μη χρηματοοικονομικών εταιρειών στην Κίνα αυξήθηκαν κατά 19,8%, όταν το 2017 είχαν αυξηθεί κατά 13,5%.

Κι αυτή μάλιστα η αξιοθαύμαστη επίδοση καταγράφηκε σε μια χρονιά επιβράδυνσης των ρυθμών μεγέθυνσης του ΑΕΠ της Κίνας στο 6,6%, που θα συνεχιστεί και φέτος με την αύξηση να εκτιμάται από 6% ως 6,5%. Ενώ, ένας πλήρης εμπορικός πόλεμος μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας εκτιμάται ότι θα μειώσει τους ρυθμούς μεγέθυνσης της Κίνας από 1,6% έως 2%.

Θα την οδηγήσει δηλαδή στους χαμηλότερους ρυθμούς μεγέθυνσης των τελευταίων τριών δεκαετιών, που είναι πιθανά κι αυτό που επιδιώκει ο Τραμπ έτσι ώστε να εξασφαλίσει την πλανητική κυριαρχία των ΗΠΑ…

Πηγή: Νέα Σελίδα

LEAVE A REPLY

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.