Κατά την διάρκεια του 20ου αιώνα, 69 συνολικά χώρες έχουν μεταπέσει από ένα νόμισμα σε κάποιο άλλο χωρίς να αντιμετώπισαν μείζονος σημασίας προβλήματα. Η εμπειρία έδειξε ότι η ‘μηχανική’ της μετάβασης σε άλλο νόμισμα είναι περίπλοκη αλλά όχι απραγματοποίητη και μπορεί να ολοκληρωθεί σε ένα χρονικό διάστημα έως και 6 μήνες.

Χαρακτηριστικές περιπτώσεις, κράτη όπως η Βρετανία και η Ιαπωνία το 1931, οι ΗΠΑ το 1934 και η Γαλλία το 1936 μετά την εγκατάλειψη του κανόνα του χρυσού και αρκετά αργότερα οι αναδυόμενες αγορές μετά τις επίσημες χρεοκοπίες και υποτιμήσεις νομισμάτων των ‘ασιατικών τίγρεων’ το 1997, η Ρωσία το 1998, η Αργεντινή το 2002 και πρόσφατα η Ισλανδία το 2008.

Σχεδόν όλες οι αποχωρήσεις από μια νομισματική ένωση εδώ και 100 χρόνια συνδέθηκαν με προσωρινή μακροοικονομική αστάθεια σε περιορισμένη έκταση και οι περισσότερες ολοκληρώθηκαν σύντομα. Τέτοια παραδείγματα αποτελούν η Αυστροουγγαρία το 1919, η Ινδία και το Πακιστάν το 1947, το Πακιστάν και το Μπαγκλαντές το 1971, η Τσεχοσλοβακία το 1992-93 και πολλές πρώην Σοβιετικές Δημοκρατίες από το 1992 έως το 1995.

Ορισμένες χώρες βίωσαν για ένα μικρό διάστημα υψηλό πληθωρισμό, ο οποίος ξεπεράστηκε. Κύριος στόχος δεν ήταν το τεχνικό καθαρά σκέλος της εξόδου αλλά η ορθότητα της νομισματικής και δημοσιονομικής πολιτικής που ακολούθησε την νομισματική αποχώρηση. Σημασία έχει η κεντρική νομισματική πολιτική.Χώρες με  συνετή πολιτική καθοδήγηση και ανεξάρτητες κεντρικές τράπεζες, βίωσαν χαμηλό πληθωρισμό και οικονομική ανάπτυξη. Αντίθετα σε περιπτώσεις όπου οι κεντρικές τράπεζες, κατ’ εντολή των κυβερνήσεων τύπωναν νόμισμα για να χρηματοδοτούν τα κρατικά ελλείμματα, βίωσαν υψηλούς ρυθμούς πληθωρισμού ακόμη και υπερπληθωρισμού.

H  οικονομική ιστορία παρέχει κρίσιμες απαντήσεις σε μια σειρά θεμάτων όπως: ο χρόνος και η ανακοίνωση της εξόδου, η εισαγωγή του νέου νομίσματος (κέρματα και χαρτονομίσματα), η διαχείριση του ηλεκτρονικού χρήματος και τα capital controls, η πολιτική υποτίμησης ή διολίσθησης της ισοτιμίας τουβ εθνικού νομίσματος σε σχέση με τα διαθενή νομίσματα, η αποτίμηση (ανατίμηση ή συνήθως υποτίμηση) των δημόσιων και ιδιωτικών υποχρεώσεων/χρέους και η κατανομή των στοιχείων ενεργητικού (περιουσία) και παθητικού (υποχρεώσεων) των κεντρικών τραπεζών.

Τέλος, σύμφωνα με τα ισχύοντα στη ζώνη του ευρώ, η πάγια πρακτική που έχει ακολουθηθεί διεθνώς στις περιπτώσεις χωρών με υψηλά χρέη είναι η στάση πληρωμών και η πληρωμή μέρους μόνο των δανειακών υποχρεώσεων στους πιστωτές. Μια τέτοια πρακτική, δεν επιτρέπεται όπως είναι γνωστό μέσα στη ζώνη του ευρώ. 

Η ευρωζώνη

Η παρούσα πορεία της ευρωζώνης φαίνεται να έχει φθάσει σε ένα αδιέξοδο.Τα μέτρα λιτότητας, βάσει της ακολουθούμενης στρατηγικής που ακολουθούν οι Βρυξέλλες, έχουν οδηγήσει στην συντριβή της ανάπτυξης σε ένα όλο και αυξανόμενο αριθμό ευρωπαϊκών κρατών. H αβεβαιότητα που επικρατεί στον τραπεζικό κλάδο και στην διαχείριση του δημοσίου χρέους επιδεινώνει το υφεσιακό κλίμα με περαιτέρω προοπτικές αποπληθωρισμού και αποθέρμανσης των οικονομιών που δεν ευνοεί την ανάπτυξη.

Η δυσλειτουργία του χρηματοπιστωτικού τομέα όσον αφορά την χρηματοδότηση ιδιωτών και επιχειρήσεων συνεχίζει να αυξάνει, όπως επίσης η χρηματοδότηση ενός μεγάλου αριθμού ευρωπαϊκών τραπεζικών ιδρυμάτων και δημόσιων χρεών καθώς και του ισοζυγίου πληρωμών περιφερειακών ευρωπαϊκών χωρών. Οι τράπεζες παραμένουν ‘εν ζωή’ μέσω της ταμειακής ρευστότητας που παρέχει η ΕΚΤ, οι εθνικές οικονομίες από την χρεωκοπία μέσω του μηχανισμού του EFSF (σχόλιο: τώρα πλέον από την 1η Ιαν 2015,μέσω του ESM) και του προγράμματος TARGET2 (από τέλος Ιαν 2015, μέσω του προγράμματος ΄ποσοτικής χαλάρωσης’ της ΕΚΤ και μέχρι τον Σεπ του 2016).

Ως αποτέλεσμα, τόσο ιδιώτες, επιχειρήσεις όσο και επενδυτές προσπαθούν μέσω της εκροής κεφαλαίων είτε να απεμπλακούν από την περιφέρεια είτε να εγκαταλείψουν παντελώς την Ευρωζώνη για πιο σίγουρες κεφαλαιακές τοποθετήσεις. Αυτή η συνεχόμενη εκροή κεφαλαίων των μέχρι σήμερα ευάλωτων ευρωπαϊκών οικονομιών δυσχεραίνει ακόμη περισσότερο τις τοπικές τράπεζες αλλά και την χρηματοδότηση του δημόσιου χρέους και των ελλειμάτων των κρατικών προϋπολογισμών. Συσσωρευτικά, το επανατροφοδοτούμενο πρόβλημα χρέους και ύφεσης καταλήγει στην υπερέκθεση της ΕΚΤ μέσω της υπέρμετρης διόγκωσης του ισολογισμού της και λόγω αυτού την αύξηση του χρηματοοικονομικού κινδύνου.

Την ίδια ώρα, οι πολιτικές πιέσεις στις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις αυξάνουν λόγω της συνεχούς εφαρμογής προγραμμάτων λιτότητας και περικοπής μισθών, συντάξεων και κοινωνικών παροχών προκαλώντας αντιδράσεις και διαμαρτυρίες από τους Ευρωπαίους ψηφοφόρους καθώς και τάσεις ριζοσπαστικοποίησης της κοινής γνώμης τόσο προς την άκρα δεξιά όσο και προς την αριστερά (όπως συμβατικά περιγράφεται από τα κυρίαρχα ΜΜΕ) ως αντιστάθμισμα στα αντιλαϊκά μέτρα λιτότητας που καλούνται ατέρμονα να παίρνουν οι κυβερνώντες.

 

LEAVE A REPLY

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.