Αλεξάνδρα Τραγάκη

Στα μέσα του 20ου αι., στην Ευρώπη ζούσαν 550 εκατομμύρια άνθρωποι ή αλλιώς το 22% του παγκόσμιου πληθυσμού. Σήμερα τα 740 περίπου εκατομμύρια των κατοίκων της αντιστοιχούν σε λιγότερο από το 10% του παγκόσμιου πληθυσμού. Οι οριακά θετικοί ρυθμοί αύξησης του πληθυσμού οφείλονται σχεδόν αποκλειστικά στις πληθυσμιακές μετακινήσεις. Με ελάχιστες εξαιρέσεις, στις περισσότερες χώρες το φυσικό ισοζύγιο (η διαφορά δηλαδή των θανάτων από τις γεννήσεις) είναι αρνητικό ή μηδενικό.

Σε ικανό αριθμό χωρών, κυρίως της Νότιας και Ανατολικής Ευρώπης η πληθυσμιακή συρρίκνωση είναι ήδη γεγονός, αφού οι θάνατοι υπερτερούν αριθμητικά των γεννήσεων και οι μεταναστευτικές ροές άλλοτε δεν επαρκούν για να αντισταθμίσουν τη μείωση του πληθυσμού, άλλοτε την επιτείνουν μέσω του brain drain. Στην Ελλάδα, οι γεννήσεις βρίσκονται σε σταθερά πτωτική πορεία φθάνοντας, σύμφωνα με τα πρόσφατα δημοσιευμένα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, σε ιστορικό χαμηλό το 2018 κάτω από τις 86.500. Το φυσικό ισοζύγιο (γεννήσεις-θάνατοι) είναι αρνητικό από το 2011, ενώ η εκτίμηση του μόνιμου πληθυσμού για το 2018 ήταν κατά 0,25% χαμηλότερη σε σχέση με το προηγούμενο έτος.

Η μείωση του πληθυσμού δεν είναι η μοναδική δημογραφική πρόκληση που καλούνται να διαχειριστούν οι ευρωπαϊκές χώρες. Εκτός από το μέγεθος αλλάζει η δομή και σύνθεση του πληθυσμού τους: σήμερα οι μισοί κάτοικοι της Ευρώπης είναι άνω των 43 ετών, ο πληθυσμός των ατόμων άνω των 65 ετών ξεπερνά εκείνον των παιδιών κάτω των 15 ετών, ενώ οι άνω το 80 ετών αποτελούν την ταχύτερα αυξανόμενη ηλικιακή ομάδα του πληθυσμού.

Η γήρανση του πληθυσμού έχει δημιουργήσει μια νέα μη αναστρέψιμη πραγματικότητα. Μπροστά στον κίνδυνο της μείωσης της στρατηγικής και ανταγωνιστικής δύναμης τόσο της Ευρώπης στο σύνολό της όσο και των επί μέρους κρατών, η ενίσχυση των γεννήσεων και η στήριξη της οικογένειας αναδεικνύονται σε πρωταρχικό στόχο ακόμα και εκείνων των χωρών που μέχρι πρόσφατα δεν διέθεταν καν δημογραφική πολιτική.

Οι πολιτικές αυτές συχνά γίνονται αντικείμενο έντονης κριτικής ως προς το κόστος τους, την αποτελεσματικότητά τους αλλά και την ηθική ορθότητά τους. Ωστόσο υπάρχει πλέον ευρύτερη πολιτική και κοινωνική συναίνεση γύρω από την ανάγκη δημιουργίας νέων δημογραφικών προτύπων. Στη χώρα μας, η νέα Κυβέρνηση έθεσε την ενίσχυση των γεννήσεων υψηλά στις προτεραιότητές της και ήδη προωθεί κάποια πρώτα μέτρα. Η επιλογή όμως της κατάλληλης δημογραφικής πολιτικής είναι πιο πολύπλοκη υπόθεση: στόχος δεν είναι απλά η συγκυριακή βελτίωση των δεικτών αλλά η αναζήτηση του σημείου ισορροπίας μεταξύ απαιτήσεων της οικονομίας, αναγκών της κοινωνίας και μεταβολών του πληθυσμού.

Τα όποια κίνητρα ενίσχυσης των γεννήσεων και στήριξης του θεσμού της οικογένειας πρέπει να είναι έτσι σχεδιασμένα ώστε να αποφύγουν την αναπαραγωγή του συντηρητικού μοντέλου της μη εργαζόμενης μητέρας. Με δεδομένη τη μείωση του διαθέσιμου εργατικού δυναμικού, η αύξηση των ιδιαίτερα χαμηλών ποσοστών απασχόλησης των γυναικών αποτελεί ένα από τα εργαλεία αντιμετώπισης των συνεπειών της γήρανσης. Αντίθετα με την επικρατούσα άποψη, η γυναικεία απασχόληση δε σχετίζεται πλέον αρνητικά με τη γονιμότητα.

Η εμπειρία διαφόρων χωρών έχει εδώ και κάποιες δεκαετίες επισημάνει την αντιστροφή του προσήμου. Η Φινλανδία, η Σουηδία και η Νορβηγία είναι οι χώρες με τη μικρότερη διαφορά σε ποσοστά απασχόλησης μεταξύ ανδρών και γυναικών και συγχρόνως τα υψηλότερα επίπεδα γονιμότητας. Πλέον το εισόδημα των γυναικών συνδέεται θετικά με τη γονιμότητα, παρατήρηση που επιβεβαιώθηκε και από τα ελληνικά δεδομένα κατά την τελευταία δεκαετία: κατά τη διάρκεια της κρίσης οι γυναίκες που αύξησαν τη γονιμότητά τους ήταν οι εργαζόμενες άνω των 35 ετών.

Από την άλλη πλευρά, οι επιδοματικές πολιτικές δεν έχουν τα αναμενόμενα αποτελέσματα αν δεν συνδυαστούν με ουσιαστικά μέτρα φροντίδας των παιδιών βρεφικής και προσχολικής ηλικίας, με μέτρα συμφιλίωσης της επαγγελματικής και οικογενειακής ζωής, με κίνητρα βελτίωσης των συνθηκών διαβίωσης και κατοικίας. Η ευρωπαϊκή εμπειρία δείχνει ότι οι φιλικές προς την οικογένεια συνθήκες εργασίας –όχι μόνο για τις γυναίκες αλλά και για τους άνδρες – αποτελούν απαραίτητη προϋπόθεση για την απόκτηση περισσότερων του ενός παιδιών.

Η ενίσχυση των γεννήσεων δεν μπορεί να συμβεί παρά μέσα από τη δημιουργία ενός υποστηρικτικού στην οικογένεια εργασιακού και κοινωνικού περιβάλλοντος. Ουσιαστική υποστήριξη των εργαζόμενων μητέρων πριν και μετά τον τοκετό, πραγματική ισότητα στα δικαιώματα αδειών και επιδομάτων ανατροφής και για τους δύο γονείς αλλά και ενεργή συμμετοχή των ανδρών στις οικογενειακές δραστηριότητες φαίνεται ότι είναι μερικά από τα σημεία κλειδιά που καθιστούν κάποιες χώρες περισσότερο αποτελεσματικές στην προσπάθεια στήριξης των γεννήσεων. 

Το δημογραφικό ζήτημα που αντιμετωπίζουμε σήμερα είναι πολύπλευρο, δεν συνοψίζεται στη χαμηλή γεννητικότητα και δεν αρκεί η αύξηση των γεννήσεων για να αντιμετωπιστούν οι συνέπειες της γήρανσης του πληθυσμού. Οι δημογραφικές εξελίξεις θα θέσουν σε κίνδυνο την αναπτυξιακή προοπτική και την κοινωνική συνοχή της χώρας, χωρίς την άμεση εφαρμογή αποτελεσματικών μέτρων. Μέτρα που προϋποθέτουν ευρεία συνεργασία και συντονισμό μεταξύ διαφορετικών τομέων πολιτικής. 

* Η κα Αλεξάνδρα Τραγάκη είναι Καθηγήτρια Οικονομικής Δημογραφίας – Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο

LEAVE A REPLY

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.