Την ώρα, που διαρρέονται και δημοσιεύονται σενάρια επί σεναρίων για το πώς πρέπει να πωληθούν τα εργοστάσια της ΔΕΗ, προκαλεί εντύπωση το γεγονός ότι πολλοί μιλούν για πώληση μόνο των λιγνιτικών και υδροηλεκτρικών μονάδων.

Σχεδιάζεται, δηλαδή, μια διαδικασία, η οποία θα οδηγήσει στην πώληση εργοστασίων συγκεκριμένης κατηγορίας ηλεκτροπαραγωγής, χαμηλότερου δηλαδή κόστους παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, αφήνοντας τη ΔΕΗ με τις υπόλοιπες.

Έτσι, με αυτό τον τρόπο, η ιδιωτικοποίηση της Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού δεν πρόκειται να φέρει τα επιθυμητά αποτελέσματα, αφού η ΔΕΗ θα βρεθεί, στο τέλος της ημέρας, με σοβαρό μειονέκτημα στον ανταγωνισμό και θα οδηγηθεί – με μαθηματική ακρίβεια – στον περαιτέρω οικονομικό μαρασμό της. Έτσι, θα καταστεί εύκολη λεία στις ορέξεις των όποιων επίδοξων στρατηγικών (;) επενδυτών.

Το ζητούμενο, όμως, από τη διαδικασία αυτή είναι να βγει και η ΔΕΗ ενισχυμένη, τόσο στο επίπεδο των εσόδων, όσο και – κατ΄ επέκταση – στο πεδίο του ανταγωνισμού, βραχυπρόθεσμα εντός και μεσο-μακροπρόθεσμα εκτός συνόρων.

Ταυτόχρονα, να απελευθερωθεί περαιτέρω η αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, προς όφελος του καταναλωτή.

Πώς μπορεί να επιτευχθεί αυτό;

Πολύ απλά, μέσω μιας πλήρους διαφορετικής προσέγγισης στην αξιοποίηση των περιουσιακών στοιχείων της επιχείρησης.

Μάλιστα, για να αναζητήσει κανείς αυτή την προσέγγιση, δε χρειάζεται να πάει μακριά, παρά μόνο στη γειτονική Ιταλία, και να δει την αντίστοιχη περίπτωση της Enel.

Το 1999, η τότε κυβέρνηση ψήφισε νόμο, γνωστός ως το διάταγμα Μπερσάνι, βάσει του οποίου καμία επιχείρηση δεν μπορούσε να κατέχει πάνω από το 50% του παραγωγικού δυναμικού της χώρας.

Αυτό είχε ως αποτέλεσμα η Enel να αναγκαστεί να πουλήσει 15.057 MW από το παραγωγικό δυναμικό της. Πώς το έκανε, όμως, αυτό; Ποια ήταν η προσέγγιση, που ακολουθήθηκε;

Δεν επιλέχθηκε η διαδικασία διαχωρισμού και πώλησης μονάδων συγκεκριμένων κατηγοριών ηλεκτροπαραγωγής.

Αντίθετα, δημιουργήθηκαν και στη συνέχεια πωλήθηκαν 3 νέες ξεχωριστές εταιρείες, οι οποίες στην ουσία αποτελούσαν μικρογραφία της Enel ως προς το μείγμα του παραγωγικού τους δυναμικού. Πρόκειται, δηλαδή, για εταιρείες, που διατήρησαν όλα τα είδη μονάδων ηλεκτροπαραγωγής, που είχε μέχρι τότε και η Enel.

Οι εταιρείες αυτές ήταν οι Eurogen SpA (7.009 MW), Elettrogen SpA (5.500 MW) και Interpower SpA (2.548 MW).

Η κίνηση αυτή είχε διπλό – και επιτυχές – αποτέλεσμα:

Και η πώληση των τριών αυτών εταιρειών συγκέντρωσε το επενδυτικό ενδιαφέρον και οδήγησε στην ουσιαστική απελευθέρωση της αγοράς στην Ιταλία…

Και ενίσχυσε ταμειακά την Enel, η οποία – με τους πόρους αυτούς – ανέπτυξε τις διεθνείς δραστηριότητές της.

Αυτή, λοιπόν, είναι η λύση και για τη Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού.

Σπάσιμο σε μία ή περισσότερες μικρότερες εταιρείες, κατ’ εικόνα και ομοίωση της ΔΕΗ, που θα έχουν το ίδιο μείγμα στη διαδικασία ηλεκτροπαραγωγής, με το υφιστάμενο της ΔΕΗ.

Έτσι, και θα σωθεί στην κυριολεξία η Επιχείρηση από τα σοβαρότατα οικονομικά προβλήματα, που αντιμετωπίζει, και θα εκδηλώσουν ενδιαφέρον πραγματικά στρατηγικοί επενδυτές, η παρουσία των οποίων θα βοηθήσει τα μέγιστα την απελευθερωμένη αγορά, και ο ανταγωνισμός στη συνέχεια θα αναπτυχθεί.

Οι λογικές των λευκών ιπποτών παραπέμπουν σε άλλες εποχές και σε πρακτικές, που υποκρύπτουν όχι και τις καλύτερες των προθέσεων.

Πηγή: press-gr.com