Διονύσης Χιόνης

Το εξωτερικό χρέος συνεχίζει μετά από οκτώ χρόνια να αποτελεί το κεντρικό πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας. Παρόλο που μέχρι το 2015 το χρέος επίσημα χαρακτηριζόταν ως βιώσιμο όσο πλησιάζει η ημερομηνία που θα πρέπει να καλυφθούν από τις  αγορές οι δανειακές ανάγκες η άποψη περί  βιωσιμότητας αναθεωρείται. Η ψευδαίσθηση της βιωσιμότητας που εκπορεύτηκε από το PSI  εκτόπισε το θέμα του χρέους από την ατζέντα των συζητήσεων με τους δανειστές.   Είχαμε φθάσει στο σημείο όπου η μόνη πρόταση παρέμβασης  για την βιωσιμότητα του χρέους  να είναι  η προώθηση των μεταρρυθμίσεων!

Τελευταία τόσο από τον φόβο των ευθυνών όσο και  από την συνειδητοποίηση της οικονομικής πραγματικότητας δηγηθήκαμε  στην προετοιμασία ουσιαστικών παρεμβάσεων. Η έξοδος της Χώρας στις αγορές τo 2018 αποτελεί και αυτή μια εξαιρετικά δυσεπίλυτη άσκηση. Είναι δύσκολο να αντιληφθεί κάποιος την λογική συνάφεια των επιχειρημάτων που θέλει μια οικονομία να απομακρύνεται από τις αγορές τον τελευταίο χρόνο της διακυβέρνησης Καραμανλή όταν το  χρέος προς ΑΕΠ ανήρχετο στο  120% και να επανέρχεται οκτώ χρόνια μετά  όπου το χρέος ανέρχεται στο 180%.

Απ’ ότι φαίνεται για την αντιμετώπιση του προβλήματος του χρέους  διαμορφώνεται μια πολιτική με δύο συνισταμένες. Η  πρώτη αφορά τις  μεσο-βραχυχρόνιες παρεμβάσεις ενώ η δεύτερη σχετίζεται με  παρεμβάσεις που  θα επιλύσουν οριστικά το πρόβλημα.

Στα μεσο-βραχυχρόνια μέτρα εντάσσεται  η εφαρμογή των αποφάσεων του Eurogroup Μάιου και Δεκεμβρίου  2016 η εξασφάλιση ενός ‘μαξιλαριού’ με τα χρήματα που θα περισσέψουν από το γ’ πρόγραμμα και την τμηματική απόδοση των κερδών από τα ομόλογα του ANFA. Στο ίδιο πλαίσιο συμπεριλαμβάνεται και η πρόσφατη ανταλλαγή ομολόγων που  αύξησε την ρευστότητα στην αγορά ομολόγων εξομαλύνοντας τις πληρωμές. Σήμερα οι αγορές φαίνεται να προεξοφλούν θετικά την επανάκαμψη στις αγορές διαμορφώνοντας ένα επιτόκιο για το 10ετες στα επίπεδα του 2006.

Το πρόβλημα  είναι ότι τα μεσο-βραχυχρόνια μέτρα δεν μπορούν   να επαναφέρουν  τα ελληνικά ομόλογα σε επενδυτική βαθμίδα και σύντομα θα χρειαστεί μια παρέμβαση με μακροχρόνιο ορίζοντα. Πρέπει να σημειωθεί ότι η αναγκαία αναδιάρθρωση του χρέους δεν αφορά μόνο την δυνατότητα της οικονομίας να δανείζεται από τις αγορές αλλά  θα επηρεάσει και τον δημοσιονομικό στόχο δίνοντας περιθώρια άσκησης αντι-υφεσιακής πολιτικής. Οι βασικοί  συντελεστές  στην αύξηση του ΑΕΠ, το κοινωνικό μέρισμα για την ενίσχυση των χαμηλών εισοδημάτων και  την ενίσχυση  της κατανάλωσης καθώς και  το πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων, εξαρτώνται άμεσα από τον δημοσιονομικό στόχο και τους πόρους που μπορούν να απελευθερωθούν.  Στην ίδια κατεύθυνση η απειλή της μη εξυπηρέτησης του χρέους αυξάνει την επενδυτική ανασφάλεια και την χρηματοοοικονομική αστάθεια προκαλώντας άμεσες επιπτώσεις στην οικονομία.

Η γαλλική πρόταση ξεκίνησε την συζήτηση για τα μακροχρόνια μέτρα. Προτάθηκε  η  σύνδεση των τοκοχρεωλυσίων με τις τοκοχρεωλυτικές  πληρωμές. Πρόκειται  για μια πρόταση που κινείται προς την σωστή κατεύθυνση αλλά αφορά μια adhoc παρέμβαση η εφαρμογή της οποίας θα βρίσκεται στην διακριτική ευχέρεια των δανειστών. Επίσης  είναι δύσκολη ως προς την εφαρμογή της διότι δεν εξειδικεύεται με συγκεκριμένα ποσοστά και δεν φαίνεται να είναι δεσμευτική για τους δανειστές. Τουναντίον μπορεί να ενεργοποιήσει μια συνεχής διαβούλευση μεταξύ δανειστών και Ελλάδας με έπαθλο την μετατόπιση των πληρωμών από την μια μεριά και την πώληση περιουσιακών στοιχείων από την άλλη. Τέλος, αυτή η πρόταση δεν δίνει σαφή μηνύματα στις αγορές  για την μείωση του χρέους.  Ωστόσο η  θεσμική κατοχύρωση  της γαλλικής πρότασης σε συνδυασμό με τους σημαντικούς  βαθμούς ελευθερίας για μείωση των δανειακών αναγκών που προέρχονται από τα δάνεια του  α’και β’  μνημονίου μπορούν να αποτελέσουν μια καθοριστική βάση για την συγκρότηση μιας μακροχρόνιας πρότασης.

Είναι χρήσιμο να αναφερθεί ότι στην διαδικασία και των δύο φάσεων  πρέπει να αποφευχθούν τα τραγικά λάθη του PSI. Οι προτεινόμενες παρεμβάσεις (βραχυχρόνιες ή μακροχρόνιες) θα πρέπει να πείθουν κατ’ αρχήν τις αγορές για την βιωσιμότητα του χρέους και μετά τους ευρωπαϊκούς και διεθνείς οργανισμούς. Αντίθετα με ότι έγινε προγενέστερα,  οι συζητήσεις, οι  διαβουλεύσεις  και η διαμόρφωση του πλαισίου δεν θα πρέπει να αποκλείουν  την ενεργό ελληνική συμμετοχή. Δεδομένου του ρόλου της δημοσιονομικής πολιτικής είναι εξαιρετικά χρήσιμο αυτές οι παρεμβάσεις  να εξασφαλίζουν δημοσιονομικό χώρο για την άσκηση δημοσιονομικής  πολιτικής ιδιαίτερα για το διάστημα μέχρι το 2021 όπου οι αναπτυξιακές προοπτικές παραμένουν αναιμικές.  Τέλος, δεδομένων των προβλέψεων για την αύξηση των επιτοκίων αλλά και της πολιτικής κατάστασης σε ΕΕ πρέπει να  θεωρείται εξαιρετική δύσκολη η επανάληψη της άσκησης της αναδιάρθρωσης του ελληνικού χρέους. Είναι χρήσιμο να γνωρίζουμε ότι αυτό που θα γίνει τους επόμενους μήνες θα συνοδεύσει την οικονομία για πολλές δεκαετίες.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ